«JOHN WICK: ΚΕΦΑΛΑΙΟ 3»

Οι διαχρονικά παρεξηγημένες ταινίες δράσης γνωρίζουν την τελευταία πενταετία μια απροσδόκητη ανανέωση χάρη στον «αλεξίσφαιρο» εκτελεστή Τζον Γουίκ. Το όραμα που έγινε franchise, με την υπογραφή του σκηνοθέτη των τριών «John Wick» –και πάλαι ποτέ κασκαντέρ– Τσαντ Σταέλσκι κι ενορχηστρωτή τον σεναριογράφο Ντέρεκ Κόλσταντ, έφερε στην πρώτη γραμμή του box office μια φρέσκια περιπέτεια ακατέργαστης δράσης με πρωτοφανή εικονογραφία. Μετά και την ενθουσιώδη υποδοχή των πρώτων δύο ταινιών, οι δημιουργοί του «Κεφαλαίου 3» δεν είχαν τίποτα παραπάνω να κάνουν από το να εφαρμόσουν τη δοκιμασμένη εκρηκτική συνταγή τους και να ανεβάσουν την ένταση… up to eleven.

Η αλήθεια είναι πως τα όρια καταργούνται στο νέο σίκουελ, καθώς η κλίμακα της περιπέτειας γιγαντώνεται και η ένταση σερβίρεται ωμή. Ακόμη και όταν η έλλειψη μέτρου «εκπυρσοκροτεί» εις βάρος της πλοκής, οι σκηνές μάχης, που έχουν τον πρώτο λόγο και αποδίδονται με μια φετιχιστική προσήλωση στη βία, αποζημιώνουν τον θεατή, ενώ δεν λείπουν ούτε οι κατακόκκινες gore πινελιές ούτε ο ρεαλισμός που τσακίζει (κυριολεκτικά) κόκαλα.

Το βλέμμα δεν παρασύρουν μόνο οι δεξιοτεχνικά χορογραφημένες συμπλοκές με χέρια, όπλα, μαχαίρια και βιβλία αλλά καιη γοητευτική, ιριδίζουσα αισθητική της εικόνας, στημένη με ένα απενοχοποιημένα ρετρό κι εκλεπτυσμένο γούστο. Απόδειξη του τελευταίου τα έργα τέχνης στο φόντο κάθε δολοφονικού ξεσπάσματος, επηρεασμένα από τον κλασικισμό μέχρι το μοντερνισμό, αντικατοπτρισμοί της διαχρονικής ροπής του ανθρώπου προς τη βία.

Στο κέντρο του αιματηρού χάους, ο πληγωμένος, αβοήθητος και μόνος Τζον Γουίκ έρχεται αντιμέτωπος με άπειρους επαγγελματίες εκτελεστές, οι οποίοι εποφθαλμιούν την αμοιβή 14 εκατ. δολαρίων από την επικήρυξή του. Σε μια σοφή σκηνοθετική κίνηση αντι-­σασπένς, ο Σταέλσκι κατευθύνει την προσοχή στο πώς θα γλιτώσει ο Γουίκ και όχι στο αν θα επιζήσει του μακελειού. Με αυτόν τον τρόπο τού δίνεται η ευκαιρία να προσδώσει μεσσιανικές διαστάσεις στον έκπτωτο ήρωα, με χαρακτηριστική τη σεκάνς της ερήμου, όπου δοκιμάζεται για να λυτρωθεί από τις αμαρτίες του.

Στην πραγματικότητα ο Γουίκ μοιάζει περισσότερο με μια βερσιόν του Σίσυφου παρά με έναν αμοραλιστή κακοποιό, ο οποίος αυτοκαταστρέφεται προσπαθώντας μάταια να διατηρήσει ζωντανή την ανάμνηση του έρωτα της ζωής του. Έτσι εξηγείται και η αβίαστη συμπάθεια που εμπνέει ο Γουίκ, όχι επειδή είναι άφθαρτος, αλλά γιατί οι ειλικρινείς του προθέσεις αναδίδουν ένα βίαιο ρομαντισμό.

Ταυτόχρονα το «Κεφάλαιο 3» πετάει από πάνω του τη σοβαροφάνεια και φροντίζει να το υπενθυμίζει με στοχευμένες στιγμές αυτοσαρκασμού, οι οποίες έρχονται να δέσουν με τη συνολική διά­θεση αδιαπραγμάτευτης διασκέδασης. Ας μην ξεχνάμε πως όλα αυτά ξεκίνησαν εξαιτίας ενός κουταβιού…

Πηγή: athinorama.gr