“ΝΑΠΟΛΕΩΝ” ΑΠΟ ΤΙΣ 23/11 ΣΤΙΣ ΚΙΝΗΜΑΤΟΓΡΑΦΙΚΕΣ ΑΙΘΟΥΣΕΣ

«Συννεφιασμένη» ιστορική βιογραφία με επικές εξάρσεις, αλλά χωρίς σαφήνεια προθέσεων. Χαμένοι σ’ ένα χαοτικό υλικό, οι Ρίντλεϊ Σκοτ και Γιόακιν Φίνιξ αφήνουν αξεδιάλυτο το αίνιγμα «Μέγας Ναπολέων».

Έχει περάσει σχεδόν μισός αιώνας και έχουν μεσολαβήσει πολλά από τότε που ο Ρίντλεϊ Σκοτ, ως πρωτοεμφανιζόμενος σκηνοθέτης, επισκέφτηκε την Ευρώπη των ναπολεόντειων πολέμων. Οι “Μονομάχοι” (1977) του αποτελούν μια λαμπερή συμφωνία φωτός που αντλεί έμπνευση από κλασικούς πίνακες και αναπαριστά με εικαστική μεγαλοπρέπεια (διεύθυνση φωτογραφίας από τον Μαρκ Τάιντι) το τέλος μιας εποχής, η οποία πήρε μαζί της αξίες οι οποίες ξεκινούσαν από το πεδίο της μάχης και απλώνονταν σε ολόκληρη την (προβιομηχανική) κοινωνία.

Στα 86 του πλέον, ο Σκοτ επιστρέφει στο τέλος του 18ου αιώνα για να συναντήσει, στην εναρκτήρια σκηνή της νέας ταινίας του, τον νεαρό Κορσικανό αξιωματικό Ναπολέοντα Βοναπάρτη να γίνεται μάρτυρας του δημόσιου αποκεφαλισμού της Μαρίας Αντουανέτας. Η βιαιότητα του θεάματος δίνει εξαρχής τον τόνο σε μια ιστορική βιογραφία η οποία, ακόμα κι όταν ο Γάλλος στρατάρχης εκστρατεύει στην Αίγυπτο, κυριαρχείται από γκρίζα, “σπασμένα” χρώματα, ημιφωτισμένα εσωτερικά και συννεφιασμένους ουρανούς (διεύθυνση φωτογραφίας από τον σταθερό συνεργάτη του σκηνοθέτη Ντάριους Βόλσκι), ένας εντελώς διαφορετικός κόσμος από τον φωτεινό εκείνο των “Μονομάχων”. Ακόμα κι ο Ναπολέων του Γιόακιν Φίνιξ είναι ένας ελάχιστα εντυπωσιακός, μόνιμα σκυθρωπός και ψυχολογικά ασταθής άντρας, ελάχιστα πειστικός ότι το μόνο που βλέπει μπροστά του, ακόμα κι αν προσπαθεί να παρεμβληθεί η Ιωσηφίνα, είναι το ραντεβού με το πεπρωμένο του.

Ήταν λοιπόν στις προθέσεις του Σκοτ και του σεναριογράφου Ντέιβιντ Σκάρπα (“Το Τελευταίο Οχυρό”, “Όταν η Γη Σταματήσει”, “Όλα τα Λεφτά του Κόσμου”) να σκιαγραφήσουν αντιηρωικά έναν αδίστακτο, μεγαλομανή όσο και μεγαλοφυή στρατηλάτη, τον οποίο ο Αμπέλ Γκανς (“Ναπολέων”, 1927) είχε περιγράψει ως τον πρώτο πολιτικό που οραματίστηκε μια ενωμένη –υπό το ξίφος του– Ευρώπη; Το βασικό πρόβλημα της ταινίας του είναι αυτές ακριβώς οι αδιευκρίνιστες προθέσεις, οι οποίες μένουν μετέωρες ανάμεσα σε μια επική, ευρυγώνια προσέγγιση μιας αντιφατικής ιστορικής προσωπικότητας και στο ψυχολογικό κλόουζ απ ενός ερωτευμένου άντρα, εγκλωβισμένου στον προκαθορισμένο κοινωνικά ρόλο του (αυτός αγκαλιά με ένα όπλο, οι γυναίκες αγκαλιά με ένα μωρό).

Δεν είναι η πρώτη φορά που ένα βιογραφικό έπος χάνεται ανάμεσα στο κινηματογραφικά μικρό και μεγάλο, το κοντά και το μακριά. Ειδικά εδώ όπου το ιστορικό υλικό είναι αχανές και η απαιτούμενη αφηγηματική συμπύκνωση ακυρώνει ουσιαστικές για την ολοκλήρωση του παζλ πληροφορίες – δεν υπάρχει, για παράδειγμα, η παραμικρή αναφορά στον Ναπολέοντα ως νομοθετικό, διοικητικό και θεσμικό εκσυγχρονιστή. Δεν μένει έτσι παρά η πιστή, μεγαλοπρεπής αναπαράσταση εποχής, οι ρεαλιστικές περιλήψεις των διάσημων μαχών και ένα προβλέψιμο από κάθε άποψη ρομάντζο, τα οποία αφήνουν σχεδόν όλα τα καυτά ερωτήματα γύρω από το μυστήριο “Μέγας Ναπολέων” αναπάντητα.

ΗΠΑ, Μ. Βρετανία. 2023. Διάρκεια: 158΄. Διανομή: FEELGOOD

Πηγή : athinorama.gr