Όταν η Δέσποινα Τσόκου μπήκε για πρώτη φορά σε τηλεοπτικό πλατό, κουβαλούσε τη συγκρότηση της Γερμανίας, όπου μεγάλωσε και σπούδασε, και τη ζεστασιά της ελληνικής ψυχής. Από τα πρώτα της βήματα στο εξωτερικό μέχρι τη συνεργασία της με την Ελένη Μενεγάκη και τη σημερινή της παρουσία στον ΣΚΑΪ στην εκπομπή «Το ‘Χούμε!» δίπλα στον Κώστα Τσουρό, η πορεία της αντικατοπτρίζει συνέπεια, ήθος και σύγχρονη ματιά. Μιλήσαμε μαζί της για την τηλεόραση του σήμερα, την αλήθεια πίσω από την εικόνα και τη θέση της γυναίκας στα media.
Πώς θα συστηνόσουν σήμερα, με δικά σου λόγια; Ποια είναι η «Δέσποινα» πέρα από την τηλεόραση;
Θα έλεγα ότι έχω ένα γερμανικό μυαλό που αποκτά όλο και περισσότερα ελληνικά χαρακτηριστικά. Μου αρέσει η οργάνωση, η ακρίβεια, το να ψάχνω τα πράγματα σε βάθος — αλλά με τα χρόνια έμαθα και να αφήνομαι λίγο περισσότερο στη ροή και να προσαρμόζομαι σε καταστάσεις. Δουλεύω σε τρεις διαφορετικούς κόσμους —τηλεόραση, έρευνα και digital περιεχόμενο— και αυτό με κρατά συνεχώς σε εγρήγορση. Αν δεν εξελίσσομαι, αγχώνομαι. Και νομίζω πως αυτό με περιγράφει καλύτερα απ’ όλα.
Μεγάλωσες και σπούδασες στη Γερμανία. Πώς επηρέασε αυτό τον τρόπο που σκέφτεσαι, επικοινωνείς, βλέπεις τον κόσμο;
Η Γερμανία με έχει «σμιλέψει». Αν δεν το καταλάβεις αυτό, είναι εύκολο να με παρεξηγήσεις, καθώς κάποιες φορές ο τρόπος που αντιδρώ ή που εκφράζομαι φαίνεται διαφορετικός — πιο άμεσος, πιο κάθετος. Δεν είναι τυχαίο που κάποιοι συνεργάτες μου με αποκαλούν… «Φράου». Στη Γερμανία δούλευα από τα 16 μου χρόνια. Έμαθα δύο πράγματα που με ακολουθούν μέχρι σήμερα: την αξία της καθαρής σκέψης και του επαγγελματικού ήθους. Μεγάλωσα σε ένα περιβάλλον όπου η σκέψη έπρεπε να είναι δομημένη, χωρίς περιττά λόγια. Η γερμανική κουλτούρα στην επαγγελματική «σφαίρα» έχει όμως και το τίμημά της. Σου δημιουργεί την αίσθηση ότι το σύνολο είναι το παν, ενώ εσύ είσαι απλώς ένα μέρος του. Ένα γρανάζι που οφείλει να λειτουργεί τέλεια. Δεν υπάρχει χώρος για «περσόνες», ούτε για υπερβολές — κάτι που φαίνεται θετικό, αλλά κάποιες φορές σε περιορίζει. Μαθαίνεις να μην ξετυλίγεις εύκολα όλο σου το φάσμα. Και ίσως αυτό να είναι ένα από τα πιο σημαντικά πράγματα, που μου μαθαίνει η Ελλάδα: τη δυνατότητα να υπάρχω στο σύνολο, αλλά να δρω και ως πρόσωπο με ιδιαιτερότητες, που μπορούν να γίνουν «όπλο» και που δεν πρέπει πάντα να περιορίζονται.
Η συνεργασία σου με την Ελένη Μενεγάκη: τι σου έμαθε σε επίπεδο επαγγελματικής πειθαρχίας αλλά και τηλεοπτικού ενστίκτου;
Από την εκπομπή της Ελένης Μενεγάκη έμαθα πράγματα που ανακαλώ μέχρι σήμερα. Το πιο σημαντικό ήταν ότι στην τηλεόραση σημασία δεν έχει μόνο τι θα πεις, αλλά και τι δεν θα πεις — και, κυρίως, γιατί δεν θα το πεις. Εκεί συνειδητοποίησα τη σημασία ακόμη και της σιωπής, του μέτρου. Έμαθα επίσης ότι το τηλεοπτικό ένστικτο πρέπει να παραμένει ψύχραιμο. Να μην παρασύρεται από το τι κάνουν ή λένε οι άλλοι. Η τηλεόραση είναι ομαδικό άθλημα, αλλά το μέτρο του καθενός είναι προσωπική υπόθεση.
![]()
Από το MEGA στον ΣΚΑΪ. Μίλησε μας για το νέο σου τηλεοπτικό σπίτι. Τι σημαίνει για εσένα αυτή η μετάβαση;
Η μετάβαση στο νέο μου τηλεοπτικό σπίτι έγινε προστατευμένα — και χάρη στην προσέγγιση του σταθμού, αλλά και γιατί βρίσκομαι σε μια ομάδα με την οποία συνεργάζομαι εδώ και καιρό. Το κομμάτι που χρειάστηκε προσαρμογή ήταν η αλλαγή από εκπομπή Σαββατοκύριακου σε καθημερινή. Το καθημερινό είναι… άλλη «πίστα». Έχει άλλες απαιτήσεις, άλλη ταχύτητα, άλλο βάρος ευθύνης. Παρόλα αυτά, πιστεύω πως εκεί «ψήνεσαι» πραγματικά τηλεοπτικά. Είναι μια διαδικασία που σε δυναμώνει, σε κάνει πιο ευέλικτο και πιο αληθινό απέναντι στην κάμερα.
Η συνεργασία με τον Κώστα Τσουρό: πώς είναι η δυναμική της ομάδας; Τι εκτιμάς περισσότερο στη δημοσιογραφική του προσέγγιση;
Ο Κώστας Τσουρός, στο μυαλό μου, είναι ο μεγάλος —τηλεοπτικός— αδερφός μου. Είναι ένας από τους ανθρώπους που μου έδωσαν μια μεγάλη ευκαιρία και με πίστεψαν. Γι’ αυτό θα έχει, όσα χρόνια και αν περάσουν, μια ξεχωριστή θέση στην καρδιά μου και γι΄ αυτό θα τον τιμώ πάντα. Όσον αφορά τη δουλειά, δεν έχουμε σε όλες τις περιπτώσεις την ίδια προσέγγιση, αλλά συμφωνούμε σε πολλά νευραλγικά πράγματα. Σέβομαι βαθιά το πώς καταφέρνει να ισορροπεί ανάμεσα σε δύο κόσμους —της ενημέρωσης και της ψυχαγωγίας— χωρίς να φαίνεται ποτέ ελλιπής σε κανέναν από τους δύο. Εκτιμώ επίσης το έντονο δημοσιογραφικό του δαιμόνιο: κυνηγά την είδηση, την πληροφορία, το αποκλειστικό ρεπορτάζ, αλλά χωρίς να χάνει το μέτρο και χωρίς να γίνεται «νούμερο» για πρόσκαιρα οφέλη.
Ποιο δημοσιογραφικό κομμάτι σε εκφράζει περισσότερο: ενημερωτικό, lifestyle, κοινωνικά θέματα ή κάτι άλλο;
Χωρίς δεύτερη σκέψη, χωρίς συζήτηση: η ενημέρωση. Ως υποκατηγορία, με ενδιαφέρουν ιδιαίτερα τα κοινωνικά θέματα, ειδικά όταν αγγίζουν το σημείο που αρχίζει η πολιτική τους διάσταση. Το lifestyle δεν με απωθεί — θεωρώ ότι, όταν γίνεται σωστά, μπορεί να έχει αξία και αισθητική. Είμαι σε θέση να το υπηρετήσω, αλλά δεν τίθεται σύγκριση με την ενημέρωση. Το μυαλό μου το απασχολούν τα κακώς κείμενα, η επικαιρότητα, τα Τέμπη και η δίκη που έρχεται, οι γυναικοκτονίες, οι πόλεμοι, οι τεκτονικές γεωπολιτικές αλλαγές. Αποφάσεις και νομοθεσίες, που επηρεάζουν τη ζωή μας. Η ψυχαγωγία είναι για μένα μια ευχάριστη ανάπαυλα και κάτι που χρειαζόμαστε όλοι για να αποφορτιστούμε. Είναι για εμένα «συμπάθεια», αλλά δεν είναι «έρωτας».
![]()
Νιώθεις ότι μια γυναίκα πρέπει να προσπαθεί «διπλά» για να την πάρουν στα σοβαρά στα media;
Ακόμη και σήμερα, λέγονται και γίνονται σεξιστικά πράγματα στα media. Έχω βρεθεί σε επαγγελματικό χώρο, όπου άντρες ένιωθαν άνετα να με ρωτήσουν ευθαρσώς και με πονηρό βλέμμα «εσένα ποιος σε έφερε;», μόνο και μόνο επειδή έβλεπαν ένα νεαρό, ξανθό κορίτσι να πιάνει δουλειά. Σε τέτοιες στιγμές, ο μόνος τρόπος να «κοπεί ο βήχας» είναι να τον κόψεις εσύ η ίδια — με το ύφος σου και, κυρίως, με τη δουλειά σου. Όταν είσαι προετοιμασμένη, όταν έχεις περιεχόμενο, δεν χρειάζεται να σηκώσεις τη φωνή. Σε υπερασπίζονται η υπόσταση και η συνέπειά σου και αργά ή γρήγορα κλείνουν τα στόματα των… «αναχρονιστικών μπαρμπάδων». Από εκεί και πέρα, έχω υπάρξει και σε γυναικοκρατούμενα περιβάλλοντα στην τηλεόραση, όπου τον πρώτο λόγο τον είχαν γυναίκες. Και γενικότερα πάνω στη δουλειά δεν ένιωσα ποτέ να με μειώνουν σε σχέση με άνδρα συνάδελφο. Όμως ακούω με προσοχή τις γυναίκες που κινούνται σε πιο «ανδροκρατούμενα» ρεπορτάζ και περιγράφουν διαφορετικές εμπειρίες στην καθημερινότητά τους.
Πως βλέπεις το τοπίο φέτος στην ελληνική τηλεόραση; Υπάρχει κάτι που σε κουράζει, γενικά, στην ελληνική τηλεόραση;
Παρακολουθώντας εδώ και χρόνια διεθνή μέσα, διακρίνω μια παγκόσμια πρωτοτυπία στην Ελλάδα: στην τηλεόραση, η είδηση συχνά είναι ο ίδιος ο δημοσιογράφος. Υπερβολικά πολλά θέματα περιστρέφονται γύρω από το τι είπε ο εκάστοτε παρουσιαστής ή τι σχολίασε κάποιος σε ένα πάνελ. Μια συνεχής αυτοαναφορικότητα που, ειλικρινά, με κουράζει. Δεν το λέω με ηθικοπλαστική διάθεση — απλώς με κάνει να βαριέμαι. Όταν η τηλεόραση κοιτάζει υπερβολικά τον εαυτό της, χάνει το βλέμμα της προς τα έξω — και εκεί ακριβώς χάνονται και οι άνθρωποι που θα έπρεπε να την παρακολουθούν.
Στην Ελλάδα μιλάμε συχνά για κουλτούρα «επιθετικής τηλεόρασης». Ως άνθρωπος που βρίσκεται καθημερινά μπροστά στην κάμερα, πού βρίσκεται για εσένα η ισορροπία ανάμεσα στο «ενδιαφέρον» και στο «σεβασμό»;
Αυτό είναι, νομίζω, ένα από τα μεγάλα στοιχήματα αυτή τη στιγμή. Ως δημοσιογράφος έχεις να ανταγωνιστείς τα social media, όπου η πληροφορία διασπείρεται άκριτα, χωρίς φιλτράρισμα, χωρίς ευθύνη. Κι έρχεσαι εσύ, στην τηλεόραση, πάντα λίγο μετά, να παρουσιάσεις κάτι πιο επεξεργασμένο, πιο συγκροτημένο, που ελλοχεύει ο «κίνδυνος» να φανεί πιο βαρετό και ψεύτικο. Μέσα στο άγχος να διατηρήσουν το ενδιαφέρον του κόσμου, πολλοί προσπαθούν να αποδείξουν ότι συμβαδίζουν με την εποχή και καταλήγουν να το παίζουν «δημοσιογράφοι των social». Εκεί είναι που χάνεται το μέτρο και γι’ αυτό βλέπουμε «εκτρώματα» στους τηλεοπτικούς δέκτες μας. Το δύσκολο κομμάτι είναι να μείνουμε σύγχρονοι χωρίς να γίνουμε απάνθρωποι και επιθετικοί. Να είμαστε γρήγοροι χωρίς να είμαστε πρόχειροι. Δεν είναι απλό αυτό.
Ποια είναι η σχέση σου με την προβολή; Σου είναι εύκολο να δείχνεις τον εαυτό σου δημοσίως;
Η σχέση μου με την προβολή είναι ένα «work in progress». Παραδέχομαι ότι έχω μια συστολή. Δεν μου είναι εύκολο να εκτίθεμαι απλώς για να υπάρχω στο προσκήνιο. Δεν ανήκω στη λογική του «όλα για τη δημοσιότητα» και δεν με ενδιαφέρει η ιδέα του τηλεοπτικού «μαϊντανού» που, πριν καν δώσει δείγματα γραφής, περιφέρεται στα κανάλια και κάνει δηλώσεις επί παντός επιστητού. Προτιμώ να μιλάω με ουσία, όταν πρέπει και όσο πρέπει — ακόμα κι αν αυτό σημαίνει ότι προσωρινά δεν θα συζητιέμαι. Γιατί στο τέλος, η διάρκεια δεν χτίζεται με θόρυβο, χτίζεται με συνέπεια. Και αυτό είναι κάτι που θέλω να το κερδίζω, όχι να το προκαλώ.
Ποια συμβουλή θα έδινες σε ένα νεαρό κορίτσι που θέλει να μπει στην τηλεόραση;
Σε καμία περίπτωση δεν θεωρώ ότι έχω διανύσει αρκετά «χιλιόμετρα» για να δίνω συμβουλές. Μπορώ όμως να μοιραστώ κάποιες σκέψεις, που εδράζονται στις εμπειρίες μου. Η τηλεόραση θέλει γερό στομάχι. Είναι ένας κόσμος που σε «ρουφάει», που επηρεάζει τη ζωή σου σε όλα τα επίπεδα και που σε αναγκάζει να κάνεις διαχείριση ανθρώπων και καταστάσεων σχεδόν 24 ώρες το 24ωρο. Από την άλλη, είναι σαν ένα τρενάκι του λούνα παρκ — αγχωτικό, γρήγορο, γεμάτο ανατροπές, αλλά και συναρπαστικό. Αν μπεις, να θυμάσαι απλώς να κρατάς γερά — και να ξέρεις γιατί μπήκες.
