Πριν από μερικές ημέρες, σε μια δημοπρασία του Οίκου Philips στη Νέα Υόρκη, το ρολόι F.P. Journe Chronomètre à Résonance «Souscription, No. 007» δημοπραττήθηκε στα 13.92 εκατομμύρια δολάρια μέσα σε μόλις 9 λεπτά πονταρίσματος, κάτι που το κατέστησε το ακριβότερο ρολόι του brand, αλλά και το ακριβότερο ρολόι ανεξάρτητου ωρολογοποιού στον 21ο αιώνα. Τιμή ακραία, αλλά ίσως και λογική, αν σκεφτούμε πως πρόκειται για ένα από τα μόλις 20 Souscription που έφτιαξε ο François-Paul Journe και ένα από τα μόλις 2 με πλατίνα και ροζ χρυσό στην κάσα.
Αυτό δεν ήταν το μόνο F.P. Journe που έκανε θραύση στη συγκεκριμένη δημοπρασία. Μπορεί τα άλλα 3 ρολόγια να πωλήθηκαν για λιγότερο από 1 εκατομμύριο δολάρια, αλλά δε λες αμελητέα ποσά τα 832.000 για ένα Vagabondage I, τις 576.000 για ένα Chronomètre à Résonance ή τις 537.000 για ένα Chronomètre Bleu «Byblos». Μην ξεχνάμε επίσης πως μόλις τον Δεκέμβριο, το ρολόι του Φράνσις Φορντ Κόπολα, πάλι F.P. Journe, πωλήθηκε για 10.75 εκατομμύρια δολάρα κι ενώ η αρχική εκτίμηση ήταν κάπου στα 1.5 εκατομμύρια.
Όπως γίνεται αντιληπτό, ο François-Paul Journe είναι ο πιο περιζήτητος ανεξάρτητος ωρολογοποιός του 21ου αιώνα και το brand του έχει προκαλέσει ως και ανησυχία στους ανθρώπους που δραστηριοποιούνται στη δευτερογενή αγορά ρολογιών, καθώς βλέπουν να δημιουργείται ένα hype που προσελκύει «αλεξιπτωτιστές» και όχι ρομαντικούς συλλέκτες. Ανθρώπους δηλαδή που θέλουν απλά να λένε προς τα έξω πόσα έδωσαν για ένα ρολόι, παρά να μιλούν για τη μάρκα, για τα τεχνικά.
François-Paul Journe: Ένα ατίθασο παιδί
Γεννήθηκε το 1957 στη Μασσαλία και σε όλη του την παιδική ηλικία ήταν ένα αντιδραστικό παιδί που δεν τα πήγαινε καλά με τον σχολικό εγκλεισμό. Δεν ταίριαξε στα σχολεία, οι δάσκαλοι και καθηγητές τον είχαν πάντα στη μαύρη λίστα, οπότε στα 14 του αποφάσισε ότι δε θέλει να πάει ξανά στο σχολείο. Ήταν το καλοκαίρι του 1971 και οι γονείς του τον έστειλαν στο Παρίσι, στον θείο του τον Michel, ο οποίος είχε ένα εργαστήρι ωρολογοποιίας και ήταν φημισμένος για επιδιορθώσεις σε vintage ρολόγια.
Ο Michel ήταν μια σπάνια ράτσα. Ακόμα και τότε, που οι ωρολογοποιοί ήταν αρκετοί, είχε μια σπάνια ικανότητα να επιδιορθώνει μηχανισμούς σε ρολόγια, που είχαν κατασκευαστεί από τους Antide Janvier και Abraham-Louis Breguet. Ήταν παθιασμένος και μεταδοτικός ως προς αυτή του τη ζέση για τα ρολόγια. Και μετέδωσε τον «ιό» στον François-Paul. Μέσα σε έναν χρόνο είχε γίνει τόσο καλός ώστε ο Michel έπεισε τους γονείς του ανιψιού του να τον στείλουν στο τεχνικό λύκειο Lycée Laperrine, για να σπουδάσει ωρολογοποιία.

Ακόμα κι εκεί, ο François-Paul ήταν άτακτος και στο 2ο έτος του τον απέβαλαν. Μάλιστα, οι καθηγητές εκεί τον προέτρεπαν να ακολουθήσει ένα άλλο μονοπάτι. Εκείνος, ευτυχώς, δεν τους άκουσε. Άλλωστε, ήταν ο καλύτερος μαθητής ως προς τους βαθμούς και την αντίληψη του εκπαιδευτικού προγράμματος. Επέστρεψε στον θείο του, όταν εκείνος είχε ανοίξει ένα νέο workshop στη Rue de Verneuil και εργάστηκε εκεί, ενώ παράλληλα γράφτηκε στη Σχολή Ωρολογοποιίας του Παρισίου για να ολοκληρώσει τις σπουδές του. Έκανε άλλ δύο χρόνια και το 1976 πήρε το δίπλωμά του. Δεν ήταν πια ένα σχολιαρόπαιδο, δεν ήταν ένας παραγιός, ήταν ένας επαγγελματίας που καλείτο να ανταποκριθεί στα υψηλά στάνταρ απαιτήσεων από τους πελάτες του θείου του.
Ένας εξ αυτών ήταν ο Σερ Cecil Clutton, συλλέκτης ρολογιών και συγγραφέας βιβλίων για την ωρολογοποιία. Είχε πάντα δύο ρολόγια τσέπης, ένα Breguet του 1823 και ένα Daniels του 1969. Καθότι και τα δύο ήταν tourbillions, εντυπωσίασαν τον François-Paul. Τότε άρχισε το ταξίδι του στo Resonance. Ο François-Paul βοηθούσε στην επισκευή ρολογιών, αλλά δεν είχε κανένα στην κατοχή του. Καθώς δεν είχε λεφτά για να αγοράσει, επέλεξε να φτιάξει το δικό του ρολόι. Πήγε κι αγόρασε το βιβλίο του George Daniels, το The Art of Breguet και, με λίγη βοήθεια από τον θείο του, κατασκεύασε το πρώτο του ρολόι. Χρειάστηκε 5 χρόνια για να το καταφέρει.
Στις αρχές αυτού του ταξιδιού, ένας πελάτης, ο P.G. Brun, προσέγγισε τον Michel και του ζήτησε να του συστήσει κάποιον που μπορεί να κατασκευάσει έναν μηχανισμό για το φημισμένο κατάστημα κοσμημάτων, το Asprey στο Λονδίνο. Επρόκειτο για ένα κουτάκι Planetarium με τα 12 ζώδια σκαλισμένα με χρυσό πάνω του. Ο François-Paul Journe το ανέλαβε κι αυτό και ξαφνικά είχε βάλει πολλά καρπούζια κάτω από την ίδια μασχάλη.
Το 1983, αφού είχε ολοκληρώσει το ρολόι του, του ήρθε και η πρώτη ανάθεση από πελάτη για να του φτιάξει ένα ρολόι τσέπης. Το ρολόι δε λειτούργησε εν τέλει όπως το σχεδίαζε, ήταν μια πρώτη, μη επιτυχημένη, προσπάθεια στο Resonance, αλλά δεν τον αποθάρρυνε. Για 200 χρόνια, κανείς δεν είχε τολμήσει να φτιάξει τέτοιο μηχανισμό. «Δε δούλεψε επειδή δεν είχα επαρκή εμπειρία για να καταφέρω κάτι τέτοιο. Πείστηκα όμως τότε ότι μια μέρα θα το προσπαθήσω ξανά», είχε πει ο François-Paul.
Τότε ήταν που του μπήκε η σκέψη να αυτονομηθεί. Και το έκανε. Το 1985 αφήνει τον θείο του και ανοίγει ένα δικό του εργαστήρι. Ένα ρολόι Breguet ήταν που έκανε το όνομά του πιο γνωστό, μιας και ο François-Paul είχε πάρει ένα παλιό ρολόι και το είχε δελτιώσει με αποτέλεσμα να μπορεί να λειτουργεί για 8 μέρες με ένα κούρδισμα. Μια ολόκληρη τέτοια συλλογή έφτιαξε για το Asprey και όλα κατέληξαν στον Σουλτάνο του Ομάν.
Μέχρι αυτό το σημείο, δεν είχε καταπιαστεί με ρολόγια χειρός. Μόνος του έφτιαξε 3 πρωτότυπα ρολόγια tourbillon στις αρχές των 90s. Μέχρι τότε, όμως, οτιδήποτε κι αν έκανε, δεν του αναγνωριζόταν. Οι οίκοι αγόραζαν τα ρολόγια που έφτιαχνε και μετά αναλάμβανε το τμήμα μάρκετινγκ που δεν του επέτρεπε να λάβει κανένα credit.

Το 1994, καθώς ήταν σε ένα εστιατόριο και δειπνούσε, μια περίοδος στην οποία εργαζόταν για τον Οίκο Cartier, ο François-Paul Journe άρχισε να σκέφτεται να φτιάξει το δικό του brand. Επεξεργαζόταν την ιδέα για περίπου 5 χρόνια. Στο μεσοδιάστημα, μια φίλη του, η Camille Berthet τον κατηύθυνε όταν αναρωτιόταν πώς θα καταφέρει να αντεπεξέλθει οικονομικά σε κάτι τέτοιο, και του πρότεινε να φτιάξει μια σειρά από ρολόγια συνδρομητών, να επιλέξει δηλαδή έναν αριθμό πελατών από τους οποίους θα έπαιρνε χρήματα ως επένδυση και θα τους έκανε έκπτωση στην τελική τιμή πώλησης του ρολογιού. Και ο François-Paul Journe βρήκε τους 20 επενδυτές του
Στα τέλη των 90s, δεν υπήρχε κανένας άλλος να φτιάχνει τέτοιο ρολόι, δηλαδή tourbillon. Δυσεύρετα ήταν στην αγορά. Ο Journe έδωσε στους συνδρομητές του 50% έκπτωση σε μελλοντική αγορά και στη συνέχεια τους χρησιμοποίησε ως brand ambassadors, χωρίς να χρειαστεί να τους πληρώσει για το πρόμο που του έκαναν. Κάθε Souscription Tourbillon είχε ένα μικρό καντράν που υποδεικνύει την ώρα στις τρεις, μια εφεδρική μπαταρία στην ένδειξη 11 και δύο ανοίγματα στις ενδείξεις 6 και 9. Η κάσα ήταν φτιαγμένη από πλατίνα, σε διάμετρο 38 χιλιοστών, με μηχανισμό κίνησης από ορείχαλκο επιμεταλλωμένο με ρόδιο. Όπως και τα νεότερα μοντέλα, είναι αριθμημένα στο πίσω μέρος της κάσας, ωστόσο, αυτά φέρουν επίσης τον αριθμό τους στο καντράν, σε φορμάτ XX/20.
Αναμφισβήτητα, αυτά τα πρώτα μοντέλα παρουσιάζουν όσο το δυνατόν περισσότερες χειροποίητες λεπτομέρειες σε ένα σύγχρονο ρολόι. Στην πραγματικότητα, παρουσιάζουν μια σειρά από ασυνέπειες και ιδιορρυθμίες, οι οποίες φέρουν σαφώς το στίγμα του ίδιου του François-Paul Journe. Τα ρηχά και ασυνεχή σκαλίσματα στο πίσω μέρος της κάσας και τα απαλά σημάδια στο καντράν είναι δείγματα χειροποίητης επεξεργασίας. Οι ατέλειες καθιστούν ένα ρολόι πιο πολύτιμο και είναι απόδειξη ότι δεν είναι μαζικής παραγωγής, αλλά φτιάχτηκαν από άνθρωπο για άνθρωπο.

Η αρχή του μύθου François-Paul Journe
Το 1999, λοιπόν, ο Journe ανακοινώνει στη Βασιλεία το ξεκίνημα του δικού του brand. «Εκείνη την εποχή, η μόδα ήθελε ρολόγια χρονογράφους, επηρεασμένη από το A. Lange & Sohne Datograph Perpetual. Μεγάλα καντράν με οπτικές κομπλικασιόν, μεγάλου μεγέθους αριθμητικές ενδείξεις», αναφέρει ο Journe στο A Collected Man. Ο Journe παρουσίαζε ρολόγια με 38mm σε μια εποχή των 42+ mm και κατάφερε να κερδίσει το στοίχημα, κόντρα στο ρεύμα. Πράγματι, εκείνα τα χρόνια ήταν η αρχή μιας περιόδου των ρολογιών με τη μεγάλη διάμετρο, ιδίως κατόπιν της τεράσιας επιτυχίας του Οίκου Panerai.
Ο Journe παρουσίαζε ρολόγια με 38mm σε μια εποχή των 42+ mm. Παρόλα αυτά, αυτή η επιμονή του François-Paul Journe τον έκανε πιο γοητευτικό. Στη Baselworld του 2000, έναν πρόγονο του Waches and Wonders, πούλησε 100 Tourbillons και 100 Resonance. Παράλληλα, καθότι δεν είχε δικό του retail, είχε αναπτύξει ένα δίκτυο 40-50 retailers στην Ευρώπη. Μάλιστα, ενώ στο περίπτερο του ο François-Paul Journe είχε πολύ χαμηλές τιμές, μια μέρα, όταν ανταγωνιστές πήγαν να δουν τις τιμές του, ο βοηθός του τους ανέφερε τις προτεινόμενες τιμές για retailers, όχι τις τιμές πώλησης επί τόπου.
Το μπέρδεμα αυτό οδήγησε κάποιους ανταγωνιστές σε αύξηση των τιμών τους, κάτι που κατέστησε το brand από τα πιο φθηνά premium. Και έδωσε περιθώριο και για να ανεβάσει κι άλλο τις τιμές, εξακολουθώντας να είναι φθηνότερος από τους μεγάλους οίκους ( Patek Philippe, Vacheron Constantin, Audemars Piguet). Μετά από εκείνη την έκθεση, με μια νέα συνεργασία, απέκτησε 5 retailers στις ΗΠΑ, οι οποίοι είχαν μόνον ένα δικό του ρολόι.
Το πλάνο ήταν να τον μάθουν σε πρώτη φάση οι αγοραστές και στη συνέχεια να τον αναζητήσουν. Όπερ και εγένετο. Ο François-Paul Journe ήταν περιζήτητος γιατί σχεδιαστικά ένωνε τη χρυσή εποχή της ωρολογοποιίας με το σύγχρονο. Ισορροπούσε δύο αταίριαστους κόσμους και τους έκανε ταιριαστούς. Έτσι, εκείνο το ατίθασο παιδί που το έδιωχναν από σχολεία και κολέγια, έγινε ένας περιζήτητος ωρολογοποιός, αλλά κι ένας πολύ ικανός επιχειρηματίας. «Δε σκέφτεται ως ωρολογοποιός. Έχει μια καλά στρογγυλεμένη αντίληψη. Έχει ενσυναίσθηση για το σχέδιο, για τις πολυπλοκότητες του μηχανισμού και το πώς φτιάχνει τις συλλογές του», θα πουν για εκείνον.
Πηγή: andro.gr
