Στις 30 Σεπτεμβρίου του 1955, ο Τζέιμς Ντιν οδηγούσε μια Porsche 550 Spyder κατευθυνόμενος προς έναν αγώνα ταχύτητας στο Σαλίνας στην Καλιφόρνια. Ήταν ένα αμάξι που είχε πάρει κατά παραγγελία και μόλις 5 τέτοια κυκλοφορούσαν στον κόσμο. Ο Ντιν είχε μεγάλη αγάπη στον μηχανοκίνητο αθλητισμό και του άρεσε να τρέχει. Στο πίσω μέρος του οχήματος, είχε γράψει τη φράση Little Bastard, προσωνύμιο που του είχαν δώσει οι φίλοι του.
Εκείνη τη χρονιά ο Ντιν είχε γίνει ο μεγαλύτερος χολιγουντιανός σταρ. Ο ηθοποιός είχε κερδίσει το κοινό με τον ρόλο του στην ταινία Rebel Without A Cause και είχε μετατραπεί σε έναν ζεν πρεμιέ. Το άστρο του ετοιμαζόταν να φωτίσει την κινηματογραφική οικουμένη. Όμως, εκείνη τη μέρα, το άστρο του θα έσβηνε για πάντα. Ο Τζέιμς Μπάιρον Ντιν γεννήθηκε στις 8 Φεβρουαρίου του 1931 στην Ιντιάνα. Έχασε όμως τη μητέρα του σε ηλικία 9 ετών. Όσο ζούσε, ήταν πάντα δίπλα της γιατί ήταν η μόνη που τον καταλάβαινε.
Με τον πατέρα του είχε μόνο τυπικές σχέσεις. Όταν εκείνη πέθανε, ο πατέρας του τον έστειλε πίσω στην Ιντιάνα -είχαν μετακομίσει στα 6 του στο Λος Άντζελες- για να ζήσει με κάτι συγγενείς της μητέρας του που ζούσαν ως Προτεστάντες. Το αναφέρουμε αυτό διότι ο Ντιν διαμορφώθηκε αρκετά από το θρησκευτικό του περιβάλλον. Ο πατέρας του έμεινε στο Λος Άντζελες, είχαν ελάχιστη επικοινωνία και, αφού υπηρέτησε στον πόλεμο, γύρισε και παντρεύτηκε ξανά.
Κάποια στιγμή, στα 11 του, ο Τζέιμς Ντιν προσέγγισε έναν Μεθοδιστή πάστορα, ο οποίος έγινε πηγή έμπνευσης για εκείνον και του εμφύσησε το πάθος για τους αγώνες ταχύτητας, τις ταυτομαχίες και τη φιλοσοφία. Λέγεται όμως πως υπήρξε και ερωτική σχέση μεταξύ τους, με τον πάστορα να κακοποιεί τον ανήλικο Ντιν και στη συνέχεια να κάνουν συναινετικό σεξ όταν ήταν πια σε ηλικία κοντά στην ενηλικίωση. Σύμφωνα με το Daily Beast, ο Ντιν είχε εκμυστηρευτεί στην Λιζ Τέιλορ ότι 2 χρόνια μετά τον θάνατο της μητέρας του τον είχε βιάσει ένας πάστορας.
Όταν ολοκλήρωσε το σχολείο, στα 18 του, ο Ντιν γύρισε στη Σάντα Μόνικα στην Καλιφόρνια και έμεινε με τον πατέρα και τη σύζυγό του. Σπούδαζε στο UCLA, η σχέση με τον πατέρα του ήταν τοξική και βασισμένη σε έναν μεταξύ τους ανταγωνισμό, καθώς ο πατέρας του ήθελε να του επιβάλλει να ακολουθήσει ένα πιο συμβατικό επαγγελματικό μονοπάτι. Ο Ντιν είχε μόνιμα προβλήματα συμπεριφοράς, τσακωμούς, δεν ταίριαζε εύκολα με κανέναν.

Το 1951 αφήνει το πανεπιστήμιο για να ακολουθήσει ανεμπόδιστα το μονοπάτι της υποκριτικής. Άλλωστε, στα 2 χρόνια του εκεί, είχε πάρει το χρίσμα ως ηθοποιός με συμμετοχή σε θεατρικά και είχε δείξει ικανότητες. Προέκυψαν αρκετές προτάσεις τηλεοπτικά και θεατρικά, όμως κινηματογραφικά δυσκολευόταν να βρει κάτι. Δούλευε ταυτόχρονα ως παρκαδόρος, ταξιθέτης και καθάριζε τραπέζια για να μαζέψει λεφτά για έξτρα σπουδές στην υποκριτική. Βρέθηκε στο Actors Studio, ένα μεγάλο σχολείο υποκριτικής στη Νέα Υόρκη. Μικροί ρόλοι συνέχιζαν να προκύπτουν, πάντοτε τηλεοπτικά, αρκετοί όμως χωρίς να έχει ατάκες. Απλά εμφανιζόταν.
Ένας ηθοποιός που πρόλαβε να αλλάξει το Χόλιγουντ
Το 1954 συμμετέχει στην παράσταση The Immoralist όπου υποδύεται έναν Βορειοαφρικανό ομοφυλόφιλο. Εκεί τον βλέπει ο σκηνοθέτης Ελία Καζάν, ένας από τους πιο δημοφιλείς της εποχής στο Χόλιγουντ, και του δίνει ρόλο στην ταινία Ανατολικά Της Εδέμ, που βασιζόταν στο βιβλίο του Στάινμπεκ. Ήταν ο σεναριογράφος που προσάρμοζε το σενάριο που πρότεινε στον Καζάν τον Ντιν. Ο Ντιν συναντήθηκε και με τον Στάινμπεκ, ο οποίος τον αντιπάθησε, αλλά θεώρησε πως είναι ο καταλληλότερος για να υποδυθεί τον Καλ Τρασκ.
Ο Ντιν ερμηνεύει με μπόλικο αυτοσχεδιασμό στα γυρίσματα και η τελική του ερμηνεία συναρπάζει. Η ξακουστή χρονικογράφος του Χόλιγουντ, Έντα Χόπερ, είχε υποστηρίξει πως η ερμηνεία του είχε ξεκινήσει μια μεγάλη συζήτηση στη βιομηχανία και πως δε θυμόταν πότε ήταν η τελευταία φορά που ένας ανερχόμενος ηθοποιός είχε προκαλέσει τέτοιο ενθουσιασμό. Η ταινία κυκλοφόρησε τον Μάρτιο του 1955. Στο μεσοδιάστημα, ο Ντιν είχε κάνει ήδη γυρίσματα για το Rebel Without A Cause, την ταινία-ορόσημο της σύντομης καριέρας του, όπου κι εκεί, όπως στο Ανατολικά Της Εδέμ, υποδυόταν έναν νεαρό που πάλευε να δείξει στον πατέρα του ότι αξίζει.
Ο Ντιν έγινε το πρόσωπο μιας νέας γενιάς στις ΗΠΑ, μιας μεταπολεμικής γενιάς που, επειδή δεν είχε πολεμήσει, θεωρείτο δειλή και ανάξια από τους μεγαλύτερους, άρα και τους πατεράδες που κουβαλούσαν το τραύμα των χαρακωμάτων. Την άνοιξη του 1955, θα πάρει τον ρόλο ενός Τεξανού ραντσέρη στην ταινία Giant, όπου ξεφεύγει από τον χαρακτήρα των δύο πρώτων του ταινιών. Τόσο αυτή η ταινία όσο και το Rebel Without A Cause θα κυκλοφορήσουν το 1956, μετά τον θάνατό του. Ο Ντιν θα λάβει και δύο οσκαρικές υποψηφιότητες, μία το 1956 για το Ανατολικά Της Εδέμ και μία για το Giant, όντας ο δεύτερος ηθοποιός που λαμβάνει υποψηφιότητα μετά θάνατον.
Το πάθος για την ταχύτητα και η μοιραία διαδρομή
Ήταν η πρώτη του ταινία αυτή που θα τον έστρεφε περισσότερο στα αυτοκίνητα και την ταχύτητα. Το 1954 αγόρασε μια Triumph Tiger T110 και μετά μια Porsche 356 Super Speedster, με την οποία συμμετείχε και σε αγώνες. Τον Μάρτιο του 1955, πήρε μέρος στον πρώτο αγώνα, στο Παλμ Σπρινγκς και βγήκε 2ος. Μετά, σκεφτόταν να πάρει μέρος στο θρυλικό Indianapolis 500, αλλά τα γυρίσματα δεν του το επέτρεψαν. Έτρεξε ξανά -και για τελευταία φορά- στις 30 Μαΐου 1955 στη Σάντα Μπάρμπαρα, όπου ένα πρόβλημα σε ένα πιστόνι τον ανάγκασε να αποσυρθεί. Τα γυρίσματα για την ταινία Giant δεν του επέτρεψαν για περίπου 2 μήνες να πάρει μέρος σε άλλον αγώνα, κατ’ απαγόρευση του σκηνοθέτη Τζορτζ Στίβενς. Όταν όμως τελείωσαν, ο ηθοποιός δήλωσε συμμετοχή στον αγώνα στο Σαλίνας.

Ήθελε πολύ να τρέξει και ήθελε ένα καλύτερο όχημα, οπότε αντάλλαξε τη Speedster με την Spyder και στις 30 Σεπτεμβρίου, ξεκίνησε μαζί με τον Μπιλ Χίκμαν, έναν επικεφαλής για τα stunts στην ταινία Giant, ο οποίος οδηγούσε άλλο αυτοκίνητο, τον φωτογράφο Σάνφορντ Ροθ και τον Ρολφ Βούτεριχ, μηχανικό της Porsche, για το Σαλίνας. Ντιν και Βούτεριχ ήταν μαζί, Χίκμαν και Ροθ σε άλλο όχημα μαζί. Ο Χίκμαν τον είχε παροτρύνει να οδηγήσει το αυτοκίνητο για να μάθει πώς κινείται. Το μεσημέρι εκείνης της μέρας ο ηθοποιός δέχτηκε κλήση για υπερβολική ταχύτητα από αστυνομικό, όπως και ο Χίκμαν που ακολουθούσε. 2 ώρες αργότερα, ο Ντιν θα έπεφτε πάνω στο όχημα ενός φοιτητή που ήταν μπροστά του, καθώς ο φοιτητής θα έκανε απότομη στροφή προς τα αριστερά.
Η σύγκρουση έστειλε το αμάξι πέρα από το πεζοδρόμιο και τον αυτοκινητόδρομο. Ο Βούτεριχ πετάχτηκε από το αυτοκίνητο στη σύγκρουση, ενώ ο Ντιν έμεινε εγκλωβισμένος, με αποτέλεσμα να υποστεί θανάσιμα τραύματα, ιδίως έναν σπασμένο λαιμό. Ο Τζέιμς Ντιν είχε πεθάνει ακαριαία. Ο Βούτεριχ υπέστη σοβαρά τραύματα, μα επέζησε. Το Vanity Fair είχε αποκαλύψει πως τα τελευταία λόγια του Ντιν ήταν: «αυτός ο τύπος εκεί πρέπει να πατήσει φρένο. Θα μας δει». 2 μέρες μετά, ο θάνατός του είχε γίνει γνωστός σε όλη την Αμερική. Στις 8 Οκτωβρίου έγινε η κηδεία του στο Fairmount στην Ιντιάνα, με 600 ανθρώπους να βρίσκονται μέσα στην εκκλησία και 2.400 εκτός για να τον θρηνήσουν. Λίγο καιρό μετά, κυκλοφόρησαν οι δύο ταινίες του.
Το πάθος για την ταχύτητα και η μοιραία διαδρομή
Ήταν η πρώτη του ταινία αυτή που θα τον έστρεφε περισσότερο στα αυτοκίνητα και την ταχύτητα. Το 1954 αγόρασε μια Triumph Tiger T110 και μετά μια Porsche 356 Super Speedster, με την οποία συμμετείχε και σε αγώνες. Τον Μάρτιο του 1955, πήρε μέρος στον πρώτο αγώνα, στο Παλμ Σπρινγκς και βγήκε 2ος. Μετά, σκεφτόταν να πάρει μέρος στο θρυλικό Indianapolis 500, αλλά τα γυρίσματα δεν του το επέτρεψαν. Έτρεξε ξανά -και για τελευταία φορά- στις 30 Μαΐου 1955 στη Σάντα Μπάρμπαρα, όπου ένα πρόβλημα σε ένα πιστόνι τον ανάγκασε να αποσυρθεί. Τα γυρίσματα για την ταινία Giant δεν του επέτρεψαν για περίπου 2 μήνες να πάρει μέρος σε άλλον αγώνα, κατ’ απαγόρευση του σκηνοθέτη Τζορτζ Στίβενς.

Όταν όμως τελείωσαν, ο ηθοποιός δήλωσε συμμετοχή στον αγώνα στο Σαλίνας. Ήθελε πολύ να τρέξει και ήθελε ένα καλύτερο όχημα, οπότε αντάλλαξε τη Speedster με την Spyder και στις 30 Σεπτεμβρίου, ξεκίνησε μαζί με τον Μπιλ Χίκμαν, έναν επικεφαλής για τα stunts στην ταινία Giant, ο οποίος οδηγούσε άλλο αυτοκίνητο, τον φωτογράφο Σάνφορντ Ροθ και τον Ρολφ Βούτεριχ, μηχανικό της Porsche, για το Σαλίνας. Ντιν και Βούτεριχ ήταν μαζί, Χίκμαν και Ροθ σε άλλο όχημα μαζί. Ο Χίκμαν τον είχε παροτρύνει να οδηγήσει το αυτοκίνητο για να μάθει πώς κινείται.
Το μεσημέρι εκείνης της μέρας ο ηθοποιός δέχτηκε κλήση για υπερβολική ταχύτητα από αστυνομικό, όπως και ο Χίκμαν που ακολουθούσε. 2 ώρες αργότερα, ο Ντιν θα έπεφτε πάνω στο όχημα ενός φοιτητή που ήταν μπροστά του, καθώς ο φοιτητής θα έκανε απότομη στροφή προς τα αριστερά. Η σύγκρουση έστειλε το αμάξι πέρα από το πεζοδρόμιο και τον αυτοκινητόδρομο. Ο Βούτεριχ πετάχτηκε από το αυτοκίνητο στη σύγκρουση, ενώ ο Ντιν έμεινε εγκλωβισμένος, με αποτέλεσμα να υποστεί θανάσιμα τραύματα, ιδίως έναν σπασμένο λαιμό.
Ο Τζέιμς Ντιν είχε πεθάνει ακαριαία. Ο Βούτεριχ υπέστη σοβαρά τραύματα, μα επέζησε. Το Vanity Fair είχε αποκαλύψει πως τα τελευταία λόγια του Ντιν ήταν: «αυτός ο τύπος εκεί πρέπει να πατήσει φρένο. Θα μας δει». 2 μέρες μετά, ο θάνατός του είχε γίνει γνωστός σε όλη την Αμερική. Στις 8 Οκτωβρίου έγινε η κηδεία του στο Fairmount στην Ιντιάνα, με 600 ανθρώπους να βρίσκονται μέσα στην εκκλησία και 2.400 εκτός για να τον θρηνήσουν. Λίγο καιρό μετά, κυκλοφόρησαν οι δύο ταινίες του.
Πηγή: andro.gr
