Τριάντα χρόνια μετά τον θάνατό του, ο Σταύρος Νιάρχος παραμένει σύμβολο μιας εποχής όπου οι εφοπλιστές συναγωνίζονταν σε δεξαμενόπλοια, ιδιωτικά νησιά, γιοτ, γάμους και θεαματικές χειρονομίες γενναιοδωρίας.
Αν ο Αριστοτέλης Ωνάσης ήταν ο πιο κοσμικός πρωταγωνιστής εκείνης της εποχής, ο Σταύρος Νιάρχος υπήρξε ο πιο ψυχρός, ο πιο επίμονος και σε πολλά επίπεδα, ο πιο αδυσώπητος αντίπαλός του. Γεννήθηκε στην Αθήνα, στις 3 Ιουλίου 1909, τρεις μήνες αφότου οι γονείς του είχαν επιστρέψει από το Μπάφαλο της Νέας Υόρκης. Εκεί είχαν πολιτογραφηθεί Αμερικανοί πολίτες και διατηρούσαν ξενοδοχείο πριν αποφασίσουν να γυρίσουν στην Ελλάδα. Σπούδασε Νομική στο πανεπιστήμιο Αθηνών, αλλά οι οικονομικές δυσκολίες του πατέρα του τον ανάγκασαν να στραφεί γρήγορα σε κάτι πιο πρακτικό. Πήγε να δουλέψει στην επιχείρηση των θείων του, από τη μεριά της μητέρας του, των Κουμάνταρων, οι οποίοι διέθεταν αλευρόμυλους και εισήγαν σιτηρά από την Αργεντινή. Για να μειώσουν τα ναύλα, ο Νιάρχος πρότεινε να αποκτήσουν δικά τους πλοία.
Στα μέσα της δεκαετίας του 1930, με τις τιμές των πλοίων να έχουν καταρρεύσει εξαιτίας της Μεγάλης Ύφεσης, οι θείοι του αγόρασαν επτά φθαρμένα φορτηγά πλοία, προς περίπου 20.000 δολάρια το καθένα. Έτσι γεννήθηκε ο στόλος των Νιάρχων. Πολύ σύντομα άρχισε να τον επεκτείνει, ακολουθώντας μια αρχή που δεν εγκατέλειψε ποτέ: να αγοράζει σε χαμηλές τιμές και να επενδύει στα μεγαλύτερα πλοία της αγοράς.
Από τις απώλειες στην επέκταση
Όταν ξέσπασε ο Β΄ Παγκόσμιος Πόλεμος, ο Νιάρχος είχε ήδη αρχίσει να χτίζει τον δικό του στόλο. Το 1940 προέβλεψε πως η πτώση της Γαλλίας θα οδηγούσε πολύ σύντομα σε έλλειψη πλοίων. Δεν έσφαλε. Μέχρι τη στιγμή που οι Ηνωμένες Πολιτείες μπήκαν στον πόλεμο, διέθετε 14 πλοία. Τα μίσθωσε στις ΗΠΑ και στη Βρετανία και ο ίδιος κατατάχθηκε στο Ελληνικό Ναυτικό, υπηρετώντας σε νηοπομπές στον Βόρειο Ατλαντικό ως αξιωματικός καταστρώματος.
Όταν ο πόλεμος τελείωσε, έξι από τα πλοία του είχαν βυθιστεί από γερμανικές βόμβες και επιθέσεις υποβρυχίων. Εκείνος, όμως, δεν θρήνησε τόσο την απώλεια όσο αξιοποίησε τις ασφαλιστικές αποζημιώσεις, ύψους 2 εκατομμυρίων δολαρίων. Με αυτά τα χρήματα αγόρασε μεταχειρισμένα φορτηγά πλοία τύπου Liberty, τα νεότερα Victory και δεξαμενόπλοια T2, που είχαν κατασκευαστεί μαζικά στη διάρκεια του πολέμου.
Εκεί που άλλοι έβλεπαν το τέλος ενός κύκλου, εκείνος έβλεπε την αρχή μιας μεγαλύτερης επέκτασης. Ο Νιάρχος υπήρξε από τους πρώτους που κατανόησαν όχι μόνο τη σημασία του πετρελαίου για τη μεταπολεμική οικονομία, αλλά και το νόημα της κλίμακας. Αν ένα πλοίο μπορούσε να μεταφέρει διπλάσια ποσότητα πετρελαίου, δεν κόστιζε διπλάσια ούτε στην κατασκευή ούτε στη λειτουργία του. Αυτή η απλή αλλά καθοριστική ιδέα τον οδήγησε στην εποχή των υπερδεξαμενόπλοια, καταλήγοντας να κατέχει το μεγαλύτερο στον κόσμο. Ο ανταγωνισμός με τον Ωνάση είχε πλέον γίνει αριθμητική εμμονή: αν ο ένας έφτιαχνε πλοίο 30.000 τόνων, ο άλλος φρόντιζε να απαντήσει με ένα άλλο 31.000 τόνων.
Ο «χρυσός Έλληνας» και το παιχνίδι ισχύος
Το 1959, το Time τον περιέγραφε ως «τον μεγαλύτερο ανεξάρτητο πλοιοκτήτη στον κόσμο» και έστηνε το πορτρέτο του γύρω από το Creole, το σχεδόν 60 μέτρων και μεγαλύτερο ιδιωτικό ιστιοφόρο στον κόσμο. Εκεί, ανάμεσα σε λευκοντυμένους σερβιτόρους και πίνακες Γάλλων ιμπρεσιονιστών στους τοίχους της τραπεζαρίας, ο Νιάρχος δεχόταν καλεσμένους, διασκέδαζε και ταυτόχρονα διοικούσε την αυτοκρατορία του. Κάθε πρωί, πριν ακόμη ξυπνήσουν οι φιλοξενούμενοι, καθόταν στο γραφείο της καμπίνας του, με ένα τσιγάρο Παπαστράτος Νο 1 στα χείλη, διάβαζε μια στοίβα τηλεγραφημάτων και υπαγόρευε αποφάσεις εκατομμυρίων δολαρίων.
Γύρω από το όνομά του είχε ήδη στηθεί ένας ολόκληρος θρύλος. Η διεθνής κοσμική δημοσιογραφία τον αποκαλούσε «The Golden Greek». Στις βαπτίσεις των πλοίων του χάριζε διαμαντένια βραχιόλια και χρυσές ταμπακιέρες Fabergé στις γαλαζοαίματες και όμορφες κυρίες που τα ονομάτιζαν, ανάμεσά τους και η δούκισσα του Κεντ.

Όταν επισκεπτόταν την Ελλάδα, μοίραζε χρυσές λίρες στους δρόμους της Αθήνας, ως ο Έλληνας Ροκφέλερ. Όταν η πιο πολύτιμη συλλογή παλαιών γαλλικών ασημικών στον κόσμο βγήκε προς πώληση, ο Νιάρχος διέθεσε 250.000 δολάρια για να τη διατηρήσει άθικτη στο Λούβρο. Το 1954 ναύλωσε ατμόπλοιο για μια βασιλική κρουαζιέρα, συνοδεία της βασίλισσας Φρειδερίκης. Κάποιο άλλο καλοκαίρι παρείχε ένα ατμόπλοιο ώστε να ταξιδέψει η περιβόητη Αμερικανίδα κοσμική δημοσιογράφος, Elsa Maxwell, μαζί με σταρ του σινεμά και γαλαζοαίματους στη Μεσόγειο, ενώ ο ίδιος έπλεε αλλού με το Creole γιατί, όπως γράφτηκε, ήταν «πολύ απασχολημένος» για να τους συνοδεύσει.
Η ζωή του είχε όλη τη χλιδή ενός νέου είδους πλουτοκράτη. Στο Σεν Μόριτς κατέβαινε συχνά τις πλαγιές κάνοντας σκι, τόσο συχνά ώστε μια δύσκολη διαδρομή πήρε το όνομά του, «Niarchos Run». Κι όμως, μέσα σε αυτή τη λάμψη και την υπερβολή, εργαζόταν με σχεδόν εμμονική αφοσίωση. Είχε στη διάθεσή του 120 άτομα στο λονδρέζικο γραφείο του και συνήθιζε να λέει: «Το προσωπικό μου παίρνει το 60% των αποφάσεων. Εγώ παίρνω το 40%». Το κρίσιμο ήταν ότι το δικό του 40% αφορούσε την πολιτική και τη στρατηγική.
Νιάρχος – Ωνάσης: μια αντιπαλότητα χωρίς τέλος
Ο ανταγωνισμός με τον Ωνάση είχε πάρει ήδη θρυλικές διαστάσεις. Όταν ο Ωνάσης αγόρασε το καζίνο του Μόντε Κάρλο, δανείστηκε μέρος του ποσού από τον Νιάρχο. Αργότερα εκείνος παραπονιόταν ότι ο Ωνάσης δεν του επέστρεφε τίποτα περισσότερο από την αρχική εισφορά, παρότι η αξία των μετοχών είχε εκτοξευθεί. Όταν ο Νιάρχος απέκτησε το μεγαλύτερο ιδιωτικό ιστιοφόρο, ο Ωνάσης απάντησε μετατρέποντας ένα παροπλισμένο πολεμικό πλοίο στο «πιο πολυτελές γιοτ του κόσμου», το Χριστίνα, με υδροπλάνο στην πρύμνη.
Όταν ο Νιάρχος αγόρασε τη Σπετσοπούλα και τη γέμισε με σπάνια φυτά και θηράματα, φιλοξενώντας βασιλείς, αρχηγούς κρατών και jet setters, ο Ωνάσης απέκτησε λίγα χρόνια αργότερα τον δικό του ιδιωτικό παράδεισο, τον Σκορπιό. Κι όταν οι δυο τους πλειοδοτούσαν επί μήνες για την άδεια κατασκευής μιας δεξαμενής 24 εκατ. δολαρίων στον Πειραιά, ο Νιάρχος πρότεινε ξαφνικά να το κάνουν μαζί, με τρίτο συνεταίρο τον πεθερό τους, Σταύρο Λιβανό. Κανείς δεν μπορούσε να διακρίνει αν επρόκειτο για συμβιβασμό ή για μία ακόμη σκηνή σε μια βεντέτα χωρίς τέλος.
Αργότερα, η αντιπαλότητα τους περιγραφόταν στις εφημερίδες της εποχής σαν μια διαρκής μονομαχία, με τους δύο εφοπλιστές να ανταγωνίζονται τόσο στις επιχειρήσεις όσο και στην προσωπική τους ζωή. Η σύγκρουσή τους κορυφώθηκε με αφορμή μια νέα άδεια διυλιστηρίου που προσέφερε η κυβέρνηση, στα τέλη της δεκαετίας του 1960: ο Ωνάσης προηγήθηκε με επενδυτικό σχέδιο 400 εκ. δολαρίων, όμως ο Νιάρχος αντέδρασε προτείνοντας 500 εκ., προκαλώντας αρχικά ανατροπή των ισορροπιών.
Τελικά, μετά από πολιτικές διαβουλεύσεις και εγγυήσεις υλοποίησης, ο Ωνάσης επικράτησε, ενώ η αντιπαράθεση συνεχίστηκε δημόσια, με τον Νιάρχο να τον κατηγορεί για υπερκοστολόγηση και τον Ωνάση να κλείνει με τη χαρακτηριστική φράση, όταν ρωτήθηκε για νέα ενδεχόμενη συνεργασία τους: «Δεν νομίζετε ότι αυτό είναι ένα κακόγουστο αστείο»;


