«Welcome to New York»

Μπορεί ο σκηνοθέτης και η συν-σεναριογράφος του να έχουν αλλάξει εντελώς τα ονόματα των αληθινών προσώπων και να υπογραμμίζουν στο ξεκίνημα κιόλας του φιλμ ότι τα όσα ακολουθούν βασίζονται σε καθαρή μυθοπλασία, μόνο ένας παντελώς ανενημέρωτος και ανυποψίαστος θεατής θα δυσκολευτεί να καταλάβει, παρ’ όλα αυτά, ότι πίσω τους κρύβεται η πολύκροτη υπόθεση σεξουαλικής παρενόχλησης που στοίχισε την καριέρα, τον γάμο και πιθανόν την προεδρία της Γαλλίας στον Ντομινίκ Στρος-Καν.

Αυτό που ενδιαφέρει, ωστόσο, τον Φεράρα δεν είναι μια ακριβής αναπαράσταση των πολυσυζητημένων συμβάντων, ούτε ένα χρονικό της απαξίωσης στην οποία οδηγήθηκε ένας από τους ισχυρότερους άντρες της σύγχρονης Ευρωπαϊκής οικονομίας μετά από ένα σοβαρότατο ολίσθημά του.

Ο σκελετός της περίφημης υπόθεσης μοιάζει πανταχού παρών, ο σκηνοθέτης τον προσπερνά, παρ’ όλα αυτά, και προχωρά παραπέρα για να ακολουθήσει από κοντά ένα ανθρώπινο κτήνος, πλήρως διαβρωμένο από τις πολυτέλειες του χρήματος και της εξουσίας, μονίμως δέσμιο των κατώτερων ενστίκτων του και δίχως τον παραμικρό ενδοιασμό για τις βλαβερές συνέπειες των πράξεών του.

Δίνοντας στον πρωταγωνιστή το όνομα Τζορτζ Ντεβερό και την ιδιότητα ενός 60χρονου τραπεζίτη, μεγάλου κύρους και αντίστοιχου σωματικού εκτοπίσματος, ο οποίος διακόπτει ανά τακτά διαστήματα τις επαγγελματικές υποχρεώσεις του για να συμμετάσχει σε κάποιο όργιο, να ξεσπάσει ερωτικά επάνω στο κορμί κάποιας ακριβής πόρνης ή να παρασύρει στο κρεβάτι όσο περισσότερες νεαρές και αισθησιακές υπάρξεις μπορεί, ο σκηνοθέτης αντικρίζει σε αυτόν ένα πριαπικό ανδρείκελο, υπεράνω ηθικής και παθολογικά εθισμένο στις γρήγορες ηδονές.

Συμπάθεια και κατανόηση η ταινία δεν παρέχει. Έχοντας συνηθίσει εδώ και χρόνια το κοινό του σε άβολες κινηματογραφικές συναναστροφές με μερικά από τα πιο αποκρουστικά ανθρώπινα κατακάθια της μεγάλης οθόνης (αρκεί να θυμηθεί κανείς τον διεφθαρμένο αστυνομικό του «Bad Lieutenant» ή τον κακοποιό του «Βασιλιά της Νέας Υόρκης»), ο Φεράρα επιχειρεί κι εδώ το ίδιο, με τη διαφορά ότι ο ήρωάς του δεν πηγάζει αυτή τη φορά από κανέναν υπόκοσμο και δεν είναι παράγοντας κάποιου οργανωμένου εγκλήματος.

Είναι ένα εξέχον μέλος της καλής κοινωνίας, ένας ιδανικός εκπρόσωπος του καπιταλιστικού συστήματος και ένας πολίτης που χαίρει σεβασμού και εκτίμησης στον δημόσιο βίο του, αφήνοντας τις πιο εξεζητημένες πτυχές του χαρακτήρα του να ξεγλιστρήσουν βίαια και αυταρχικά ανάμεσα σε τσαλακωμένα σεντόνια ξενοδοχείων και σε ανώνυμα γαμήσια.

Εναλλάσσοντας την ταινία του ανάμεσα σε σκηνές τολμηρού σεξ, αστυνομικής μεθοδολογίας λεπτομέρειες και θεατρογενείς λεκτικές αναμετρήσεις, το «Καλωσήρθες στη Νέα Υόρκη» χειρίζεται το σκανδαλοθηρικό θέμα του με προοδευτικά όλο και πιο εσωτερικό τρόπο και δίνει την ευκαιρία στον Ντεπαρντιέ να εμπλουτίσει συναισθηματικά έναν χαρακτήρα, ο οποίος μοιάζει να μην απέχει υπερβολικά πολύ σε συμπεριφορά από τα δικά του δημόσια καμώματα που τον έχουν στολίσει κατά καιρούς με διόλου κολακευτικούς χαρακτηρισμούς.

Αντίθετα με παλιότερες δημιουργίες του Φεράρα, εντούτοις, εδώ κάθαρση δεν προσφέρεται, μεταμέλεια δεν υφίσταται και η ταινία κλείνει με τη βεβαιότητα ότι η δικαιοσύνη είναι τυφλή, το κακό θριαμβεύει και τα ανθρώπινα πάθη μπορούν να αποβούν ολέθρια και δηλητηριώδη.

Έχοντας αθωωθεί από τις πλείστες κατηγορίες που τον βαραίνουν, ο ήρωας ετοιμάζεται να επαναλάβει αμετανόητος τα παλιά του αμαρτήματα. «Δεν αισθάνομαι τίποτα», έχει δηλώσει νωρίτερα σε έναν ψυχοθεραπευτή, «και δεν δίνω δεκάρα για τους άλλους γύρω μου». Τώρα κοιτάζει την κάμερα με το πονηρό βλέμμα ενός κακομαθημένου παιδιού. Πανέτοιμου για την επόμενη σκανταλιά του.

Πηγή: e-go.gr