«ΤΟ ΧΡΟΝΙΚΟ ΜΙΑΣ ΑΘΩΟΤΗΤΑΣ», ΚΡΙΤΙΚΗ

Βραβείο σεναρίου στις Κάνες για ένα βραδυφλεγές και πεισιθανάτιο δράμα πάνω στη μοναχική καθημερινότητα του Ντέιβιντ, ενός νοσοκόμου ο οποίος φροντίζει κατ’ οίκον βαριά νοσούντες ασθενείς. Απόλυτη αφηγηματική λιτότητα, αποστασιοποίηση που θυμίζει το σινεμά του Χάνεκε και ένα τολμηρό όσο και «ριψοκίνδυνο» φινάλε που θα διχάσει.

Όλη η υπαρξιακή δυστυχία του ανθρώπου στηρίζεται σε μια αντίφαση. Την αδυναμία του να συμβιβαστεί με τη μία και μόνη απόλυτη βεβαιότητα της ζωής του, η οποία δεν είναι άλλη από το θάνατο. Το μοναδικό γεγονός το οποίο θα συμβεί σε όλους ανεξαιρέτως και το οποίο όλοι, με ελάχιστες εξαιρέσεις, αρνούνται πεισματικά να αποδεχτούν. Ο Μισέλ Φράνκο, ο νεαρός Μεξικανός σκηνοθέτης του «Μετά τη Λουτσία», διαλέγει για πρωταγωνιστή της καινούργιας του ταινίας έναν άνθρωπο που, ενάντια στις κοινωνικές –και μεταφυσικές– προκαταλήψεις, έχει επιλέξει να «συζήσει» με το θάνατο.

Ο Ντέιβιντ, ένας μοναχικός νοσοκόμος που περιποιείται κατάκοιτους ασθενείς χωρίς πολύ χρόνο ζωής, είναι μεθοδικός και απόλυτα αφοσιωμένος στη δουλειά του, κάτι το οποίο τον δένει συναισθηματικά με τους πελάτες του – μια ιδιαίτερη και αποκλειστική σχέση με πολλές «παράπλευρες» συνέπειες. Όχι μόνο όσον αφορά τη δική του ψυχοσύνθεση, μόνιμα συνδεμένη με την απώλεια, αλλά και τη συμπεριφορά των οικείων του ασθενή, οι οποίοι μπορεί να νιώσουν ότι παραμερίζονται, βάζοντας στο νου τους κάθε είδους εκμετάλλευση από τη μεριά του Ντέιβιντ.

Όπως και στο «Μετά τη Λουτσία», μια μελέτη της εφηβικής βίας που μπορεί να γίνει κοινωνικά ανεξέλεγκτη, ο Φράνκο υιοθετεί ένα ρεαλιστικό τρόπο αφήγησης ο οποίος εδώ γίνεται ακόμα πιο λιτός κι αποστασιοποιημένος, σχεδόν –απόλυτα ταιριαστά!– κλινικός. Προσεγμένο καδράρισμα, λιγοστοί διάλογοι, καθημερινά στιγμιότυπα, μικρές κινήσεις της κάμερας και πλάνα που κρατούν ίσες αποστάσεις από την ωραιοποίηση και τη γραφικότητα (η περιποίηση των ηλικιωμένων ως επί το πλείστον ασθενών ).

Σινεμά που θυμίζει αυτό του Μίκαελ Χάνεκε, με τις διακριτικά στιλιζαρισμένες εικόνες να αποκαλύπτουν την «ευγενική» και υπόγεια βία που κρύβεται καλά(; ) πίσω από μια απολύτως τακτοποιημένη καθημερινότητα. Μόνο που αυτές οι εικόνες είναι, σε αντίθεση με εκείνες των αναλόγων βορειοευρωπαϊκών δραμάτων, πλημμυρισμένες από τον ήλιο της νότιας Καλιφόρνιας, φέρνοντας σε αντιπαράθεση το εξωτερικό φως με το εσωτερικό σκοτάδι και τη θερμή αίσθηση της ζωής με την παγωνιά του θανάτου.

Και είναι ακριβώς αυτός ο διαρκώς παραμονεύων θάνατος, μας λέει ο Φράνκο, ο οποίος φέρνει τους ανθρώπους σε αμηχανία, καθώς αρνούνται να παραδεχθούν πως περπατάει (ή οδηγάει ) καθημερινά δίπλα τους. Μια μεταφυσική, ίσως και αξεπέραστη άρνηση που γεννά καχυποψία και προκατάληψη, έλλειψη επικοινωνίας και αλόγιστα βίαιες αντιδράσεις. Θυμηθείτε το απότομο, σοκαριστικό, μα απόλυτα δικαιολογημένο φινάλε τού «Μετά τη Λουτσία» και ετοιμαστείτε για κάτι ανάλογο, το οποίο συμπυκνώνει την προβληματική του «Χρονικού…» με τρόπο τολμηρό όσο και ακραίο, ο οποίος μπορεί από το να συγκινήσει έως το να εξοργίσει τον έκπληκτο θεατή. Ένα ενδιαφέρον, αν μη τι άλλο, κινηματογραφικό στοίχημα.

Πηγή: athinorama.gr