«ΤΟ ΣΠΙΤΙ ΠΟΥ ΕΧΤΙΣΕ Ο ΤΖΑΚ», ΚΡΙΤΙΚΗ

Ο Λαρς φον Τρίερ θέτει, μέσα από ένα γεμάτο σαρκασμό φιλοσοφικό θρίλερ, θαρραλέες, εξοργιστικές όσο και σπαρακτικά ειλικρινείς ερωτήσεις για τη ζωή, την ηθική και την τέχνη.

Η κινηματογραφική κληρονομιά που έχει αφήσει ήδη πίσω του ο Λαρς φον Τρίερ, ίσως ο σπουδαιότερος Ευρωπαίος σκηνοθέτης της γενιάς του, είναι πραγματικά ανεκτίμητη. Το βάρος της όμως μοιάζει τόσο δυσβάσταχτο για τον ίδιο, που αποφάσισε να το βγάλει από πάνω του με το μοναδικό τρόπο που ξέρει: κάνοντάς το σινεμά.

Το «Σπίτι που Έχτισε ο Τζακ» είναι εκ πρώτης όψεως ένα θρίλερ για έναν κατά συρροή δολοφόνο, αλλά στην πραγματικότητα δεν είναι παρά το δικό του «Οκτώμισι». Ένας βαθιά σαρκαστικός και αβάσταχτα ανάλαφρος στοχασμός πάνω στη ζωή και στο σινεμά (του), τα οποία, όπως η ψυχή και το σώμα ή ο παράδεισος και η κόλαση, είναι για εκείνον ένα και το αυτό.

«Κάποιοι ισχυρίζονται ότι οι θηριωδίες που διαπράττουμε στη φαντασία μας είναι εκείνες οι επιθυμίες μας τις οποίες δεν μπορούμε να πραγματοποιήσουμε στην πολιτισμένη κοινωνία μας, οπότε τις εκφράζουμε τελικά μέσα από την τέχνη», λέει κάποια στιγμή ο Τζακ στον άγνωστο και αόρατο (για το μεγαλύτερο μέρος της ταινίας) συνομιλητή του, στον οποίο διηγείται τα τελευταία δώδεκα χρόνια της ζωής του. Όταν διέπραξε μια σειρά από φόνους, τους οποίους περιγράφει με ανατριχιαστικές λεπτομέρειες.

Από τη μία, λοιπόν, έχουμε έναν serial killer που εξοντώνει αναίτια και βασανιστικά μια σειρά από αθώα θύματα. Η αγωνία τους πλημμυρίζει την οθόνη, η ακραία βία κάνει ακόμη πιο άβολη την κατάσταση, οι χιουμοριστικές πινελιές την ελαφρώνουν με έναν ένοχα απολαυστικό τρόπο και, καθώς ο αστυνομικός κλοιός γύρω από τον Τζακ στενεύει διαρκώς, το σασπένς μεγαλώνει.

Από την άλλη έχουμε μια φιλοσοφική κουβέντα πάνω στην ηθική, την υπαρξιακή αγωνία, την τέχνη, τις ανθρώπινες επιθυμίες και την Ιστορία. Κατά στιγμές ντοκιμαντερίστικες εικόνες διακόπτουν τη θριλερίστικη αφήγηση και ο διάλογος παίρνει το πάνω χέρι, μέχρι να ξαναγυρίσουμε στη «δράση», η οποία ολοκληρώνει κεφάλαιο το κεφάλαιο το «έργο τέχνης» του Τζακ, το οποίο –όπως και οι ταινίες για τον Τρίερ– δεν είναι παρά η έκφραση/πραγμάτωση των κοινωνικά απαγορευμένων φαντασιώσεών του.

Όλα αυτά πανέξυπνα τυλιγμένα σε μια διαρκή πρόκληση και ειρωνεία, με τον σκηνοθέτη να παίζει διαρκώς με τις λέξεις (όπως στο «jack» – γρύλος αυτοκινήτου), να κάνει αναφορές στο σινεμά αλλά και στην προσωπική του ζωή (οι αντισημιτικές δηλώσεις του), να προβοκάρει τον θεατή και να φτάνει στη γκροτέσκα αυτοπαρωδία. Το μεταμοντέρνο στιλ του σπάνια είναι κομψό και η χοντροκοπιά δεν διατηρείται πάντα υπό έλεγχο, η ψυχαναλυτική αλήθεια των εικόνων του όμως είναι γενναία, σπαρακτική και θεόπικρη.Ένας απελπισμένος κλαυσίγελος που αφορά όχι μόνο τον καταθλιπτικό Δανό αλλά και κάθε ειλικρινή καλλιτέχνη.

Πηγή: athinorama.gr