ΤΙ ΓΙΝΕΤΑΙ ΜΕ ΤΑ ΧΡΗΜΑΤΑ ΠΟΥ ΕΧΟΥΝ ΣΥΓΚΕΝΤΡΩΣΕΙ ΟΙ «ΓΙΓΑΝΤΕΣ» ΤΗΣ ΤΕΧΝΟΛΟΓΙΑΣ;

Πέρα από την ιλιγγιώδη χρηματιστηριακή τους αξία, οι Apple, Alphabet (Google), Microsoft, Amazon και Facebook, διαθέτουν πάνω από 330 δισ. δολάρια σε μετρητά (cash!), όπως γράφει το περιοδικό Economist.

Σταθείτε για ένα λεπτό για να θαυμάσετε -και να τρομοκρατηθείτε- από την άνοδο των πέντε μεγαλύτερων εταιρειών τεχνολογίας των ΗΠΑ. Σύμφωνα με άρθρο του Economist, η Apple, η Alphabet (Google), η Microsoft, η Amazon και η Facebook έγιναν πρόσφατα οι πολυτιμότερες εισηγμένες εταιρείες στον πλανήτη. Με συνολική χρηματιστηριακή αξία 2,9 τρισ. δολάρια, η αξία τους είναι υψηλότερη από οποιεσδήποτε άλλες πέντε πολυτιμότερες εταιρείες στην ιστορία.

Στο παρελθόν, οι υψηλές αποτιμήσεις των εταιρειών τεχνολογίας ερμηνεύονταν ως αποτέλεσμα επενδυτικής υστερίας. Όμως, στις μέρες μας, οι επενδυτές έχουν -ψυχρά και υπολογιστικά- καταλήξει πώς αυτές οι εταιρείες είναι τα κυρίαρχα ολιγοπώλια του 21ου αιώνα και ότι θα αποκομίζουν τεράστια και συνεχώς αυξανόμενα κέρδη. Υπάρχει, ωστόσο, μια επιφύλαξη: οι ισολογισμοί των πέντε αυτών εταιρειών δείχνουν κάποιον που περιμένει μια μεγάλη κρίση και όχι κάποιον που θέλει να κατακτήσει τον κόσμο.

Το τι βρίσκουν οι επενδυτές σε αυτές τις εταιρείες είναι ολοφάνερο: δισεκατομμύρια χρήστες είναι συνδεδεμένοι στα μέσα κοινωνικής δικτύωσής τους, τις ψηφιακές τους υπηρεσίες, τα λειτουργικά συστήματα και τις πλατφόρμες στο «σύννεφο». Οι πέντε αυτές εταιρείες έχουν υποσκελίσει τους παραδοσιακούς ανταγωνιστές τους όπως την ΙΒΜ και το Macy’s. Και οι πέντε μαζί καταγράφουν κέρδη 100 δισ. δολαρίων, κέρδη που οι αναλυτές εκτιμούν ότι θα ανεβούν στα 170 δισ. το 2020. Οι «αντάρτες» της Silicon Valley έχουν εξελιχθεί σε μηχανές παραγωγής χρήματος με μεγάλα μερίδια αγοράς. Τι άλλο να ζητήσει ένας επενδυτής;

Ο Τζεφ Μπέζος της Amazon πουλάει κάθε χρόνο δικές του μετοχές αξίας 1 δισ. δολαρίων προκειμένου να χρηματοδοτήσει την Blue Origin, αεροδιαστημική εταιρεία με σκοπό την εμπορική αξιοποίηση του διαστήματος και την τοποθέτηση δορυφόρων σε τροχιά. (Φωτογραφία: pbs.org)

Τα ολιγοπώλια της παλιάς οικονομίας έχουν τη σιγουριά ότι μπορούν σταθερά να εισπράττουν χρήματα ή ενοίκια από τους πελάτες τους και για αυτό χρηματοδοτούν τις δραστηριότητές τους κυρίως με δανεισμό, ο οποίος μπορεί να είναι φθηνός, αλλά δεν αφήνει μεγάλα περιθώρια ελιγμών. Ταυτόχρονα, επιστρέφουν στους μετόχους τα περισσότερα από τα κέρδη τους. Οι μεγαλύτερες εταιρείες τεχνολογίας έχουν διαφορετική προσέγγιση. Μαζί, διαθέτουν πάνω από 330 δισ. δολάρια σε μετρητά, ποσό διπλάσιο από τα ακαθάριστα ετήσια έσοδά τους.

Αυτός ο κουμπαράς είναι πολύ μεγαλύτερος από τον αντίστοιχο που διαθέτουν οι άλλες εταιρείες τεχνολογίας ή οι φαρμακευτικές προκειμένου να αντισταθμίσουν την έλλειψη περιουσιακών στοιχείων που θα έπαιζαν το ρόλο εγγύησης για δάνεια. Για παράδειγμα, οι πέντε γίγαντες των πρώτων ετών της πρόσφατης τεχνολογικής επανάστασης -Cisco, Intel, Oracle, Qualcomm και Texas Instruments- είχαν όλες μαζί ως «κουμπαρά» 1,3 φορές το ποσό των ακαθάριστων εσόδων τους.

Αυτό το βουνό από χρήματα θα γίνεται όλο και μεγαλύτερο όσο αυξάνονται τα κέρδη. Οι πέντε εταιρείες επιστρέφουν κάποια από τα κέρδη τους στους μετόχους. Για παράδειγμα, Alphabet και Facebook προς το παρόν δεν πληρώνουν μερίσματα αλλά αγοράζουν μετοχές τους από την ελεύθερη αγορά. Η Apple πληρώνει και μερίσματα και αγοράζει μετοχές της. Οι αγορές αυτές, μαζί με τα κέρδη που προβλέπουν οι αναλυτές, θα ανεβάσουν τα καθαρά κεφάλαια των πέντε στα 680 δισ. δολάρια ως το 2020, δηλαδή τρεις φορές τα ακαθάριστα έσοδά τους. Ακόμα και η Amazon που έχει σήμερα τον μικρότερο κουμπαρά, θα τον έχει φτάσει μέχρι τότε στα 50 δισ. δολάρια.

Ένας από τους λόγους για την τόσο σημαντική αποταμίευση είναι οι φόροι. Το 80% των κεφαλαίων αυτών βρίσκεται εκτός ΗΠΑ, αποφεύγοντας έτσι τη φορολογία που επιβάλλεται στα κέρδη όταν αυτά επαναπατρίζονται. Στην περίπτωση που οι μισές τους αποταμιεύσεις επέστρεφαν στη χώρα, ο φόρος που θα αντιστοιχούσε θα ήταν 50 δισ. δολάρια. Αυτό δεν είναι απαραίτητα κακό, όμως η τακτική της «έξυπνης» αντιμετώπισης του φόρου κάνει τις εταιρείες λιγότερο διαφανείς στη δημοσιοποίηση όσων σχεδίων τους θα επηρέαζαν τον ισολογισμό τους.

Το μαξιλαράκι αυτό είναι πολύ μεγαλύτερο από εκείνο που θα χρειαζόταν για να απορροφήσει τυχόν κρίσεις, όπως ένα χρηματιστηριακό κραχ ή μια επίθεση από χάκερ. Ας δοκιμάσουμε ένα «stress test». Υποθέτοντας ότι οι πέντε εταιρείες αμείβουν το προσωπικό τους αποκλειστικά με χρήματα και όχι με μετοχές, ότι πληρώνουν όλους τους φόρους τους (μαζί με τον φόρο επαναπατρισμού κεφαλαίων), συν τυχόν πρόστιμα από αρχές και αποζημιώσεις από δικαστικές προσφυγές τρίτων, και ότι εξοφλούν όλους τους προμηθευτές υλικών τους -για παράδειγμα, η Apple χρωστά 29 δισ. στους δικούς της-, ακόμα και αν υπολογίσουμε όλα αυτά τα ποσά, πάλι οι πέντε εταιρείες θα είχαν στην τράπεζα 380 δισ. ως το 2020.

Ούτε οι νέες επενδύσεις θα ήταν αρκετές για να εξαντλήσουν τα αποθέματα. Οι πέντε μαζί διέθεσαν πέρσι 100 δισ. σε έρευνα και εξέλιξη προϊόντων – ποσό τριπλάσιο σε σχέση με πριν από πέντε χρόνια. Πακτωλός χρημάτων διατίθεται σε πανάκριβα πρότζεκτ όπως data centres, software, νέα κεντρικά γραφεία, ακόμα και σε εξαιρετικά φιλόδοξα προγράμματα όπως τα αυτοκίνητα χωρίς οδηγό και χάπια που θα σταματούν το γήρας. Αν έπρεπε να ξοδέψουν σε έρευνα και εξέλιξη το σύνολο των αναμενόμενων εσόδων, θα έπρεπε να ανεβάσουν τη σχετική επένδυση στα 300 δισ. έως το 2020.

Αυτό το ποσό είναι διπλάσιο από εκείνο που ξοδεύει ολόκληρη η βιομηχανία επιχειρηματικών συμμετοχών (venture capital) κάθε χρόνο. Και είναι 51 φορές υψηλότερο από όσα ξοδεύουν το Netflix, η Uber και η Tesla, τρεις εταιρείες γνωστές για τα μεγάλα ποσά που επενδύουν για την ανάπτυξή τους. Και είναι 37 φορές μεγαλύτερο από το μέσο ετήσιο κόστος των εξαγορών που οι πέντε εταιρείες έχουν πραγματοποιήσει προκειμένου να αποκτήσουν νέες τεχνολογίες και προϊόντα – όπως, για παράδειγμα τα 19 δισ. που έδωσε η Facebook για να αποκτήσει την εφαρμογή WhatsApp το 2014, ή τα 3,1 δισ. που έδωσε η Google για την διαφημιστική DoubleClick το 2007.

Γιατί, λοιπόν, αυτές οι εταιρείες αποταμιεύουν τόσα χρήματα; Μήπως επειδή διοικούνται από μεγαλομανείς τύπους που είναι πολύ πλούσιοι και εκκεντρικοί για να υπακούουν σε κανόνες; Αυτή η εξήγηση είναι μάλλον παλιομοδίτικη. Η Apple και η Microsoft δεν διοικούνται πια από τους ιδρυτές τους. Οι ιδρυτές της Alphabet ήταν αρκετά πραγματιστές ώστε το 2015 να προσλάβουν τη Ruth Porat, πρώην οικονομική διευθύντρια της Morgan Stanley, ως δική τους CFO για να βελτιωθεί η οικονομική πειθαρχία. Ο Τζεφ Μπέζος της Amazon έχει σκοπό κάποια στιγμή να πληρώσει μερίσματα. Προς το παρόν, πουλάει κάθε χρόνο δικές του μετοχές αξίας 1 δισ. δολαρίων προκειμένου να χρηματοδοτήσει την Blue Origin, αεροδιαστημική εταιρεία με σκοπό την εμπορική αξιοποίηση του διαστήματος και την τοποθέτηση δορυφόρων σε τροχιά.


Ίσως η μεγάλη αυτή αποταμίευση να σταματήσει αν αλλάξει η φορολογική νομοθεσία. Οι πιο ώριμες εταιρείες, Apple και Microsoft, θα επιστρέψουν αμέσως μεγάλα ποσά στους μετόχους τους. Οι Amazon, Alphabet και Facebook θα οργανώσουν μια σταδιακή απόδοση μετρητών στους μετόχους όσο ανεβαίνουν τα κέρδη.

Ίσως, όμως, οι εταιρείες αυτές να αγαπούν υπερβολικά την εξασφάλιση που τους προσφέρουν αυτά τα μετρητά. Ίσως μέσα τους φοβούνται την παρακμή και την αλλαγή της νομοθεσίας σε βάρος τους. Οι αντιμονοπωλιακές αρχές γίνονται όλο και πιο εχθρικές. Πριν από μόλις πέντε χρόνια η Facebook και η Google δεν ήταν καθόλου βέβαιες ότι θα πετύχει το πέρασμά τους από τους υπολογιστές στις mobile συσκευές (τηλέφωνα και ταμπλέτες). Και οι δύο στηρίζουν το 85% των εσόδων τους σε διαφημίσεις. Η Apple στηρίζεται κάθε φορά στο τελευταίο μοντέλο του iPhone, η Amazon έχει πολύ μικρά περιθώρια κέρδους, ενώ τα κέρδη της Microsoft δεν ανεβαίνουν.

Αν επαληθευτούν οι προβλέψεις και τα κέρδη ανεβούν, οι πέντε εταιρείες θα μπορούσαν να ξεκινήσουν νέο κύκλο εξαγορών, αυτή τη φορά σε ΜΜΕ, αυτοκινητοβιομηχανίες ή εταιρείες κατασκευής υπολογιστών, προκειμένου να διαφοροποιήσουν τις δραστηριότητές τους. Όμως, μπορεί και να ανησυχούν ότι οι θετικές προβλέψεις δεν θα επαληθευτούν. Όπως και αν έχουν τα πράγματα, το «μαξιλαράκι» των 330 δισ. που επιτρέπει στη Silicon Valley να κοιμάται ήσυχη τα βράδια, θα πρέπει να κάνει τους επενδυτές να έχουν τα μάτια τους ανοιχτά σε κάθε ενδεχόμενο.

Πηγή: andro.gr