«SUBURBICON», ΚΡΙΤΙΚΗ

Με υποδειγματική σκηνοθετική ακρίβεια και πικρό, κατάμαυρο χιούμορ, ο Κλούνεϊ μετατρέπει ένα παλιό σενάριο των αδερφών Κοέν σε μια βιτριολική σάτιρα πάνω στην αμερικανική κοινωνική, ηθική και πολιτική πραγματικότητα.

Πρωταγωνιστής σε τέσσερις ταινίες τους, ο Τζορτζ Κλούνεϊ είναι ένας από τους στενότερους φίλους και συνεργάτες των αδερφών Κοέν. Καθώς, λοιπόν, έγραφε μαζί με τον μόνιμο συνεργάτη του Γκραντ Χέσλοβ ένα σενάριο βασισμένο στα αληθινά γεγονότα των ρατσιστικών ταραχών στο Λεβιτάουν της Πενσιλβάνια το 1957, αποφάσισε πως θα μπορούσε να ενσωματώσει σε αυτό πολλές ιδέες από ένα παλιό, αχρησιμοποίητο σχέδιο των Κοέν. Έτσι γεννήθηκε το Σαμπέρμπικον, μια μεταπολεμική ειδυλλιακή πόλη-προάστιο, την πλήρη τάξη κι ευδαιμονία της οποίας διαταράσσει η μετακόμιση μιας οικογένειας Αφροαμερικανών (των Μέγερς, ακριβώς όπως ονομαζόταν και η ανάλογη οικογένεια στο Λεβιτάουν). Βρισκόμαστε στο 1959, η αντίδραση των μεσοαστών λευκών είναι άμεση, οι Λοτζ όμως έχουν άλλα προβλήματα. Φιλήσυχη οικογένεια της πόλης δέχεται την επίθεση δύο αγνώστων που εισβάλλουν στο σπίτι της και εν πλήρει ηρεμία δολοφονούν τη μητέρα του μικρού Νίκι.

Γιατί όμως, όταν λίγο αργότερα τους κρατάει ως υπόπτους η αστυνομία, ο πατέρας και η αδερφή της μητέρας του λένε πως δεν τους αναγνωρίζουν; Λίγο πριν από την αλλαγή της δεκαετίας, την εκλογή Κένεντι και την κλιμάκωση της αντιπαράθεσης γύρω από τα πολιτικά δικαιώματα των Αφροαμερικανών, η παστέλ Αμερική αποχαιρετά την εποχή της αθωότητας. Μια τραυματική αλλαγή την οποία έχουμε ξαναδεί να αποτυπώνεται με πάμπολλους τρόπους στο χολιγουντιανό σινεμά, σπανίως όμως με τόσο πικρό, κατάμαυρο χιούμορ και σκληρή πολιτική ειλικρίνεια.

Συνδυάζοντας μια συναρπαστική πλοκή, που ενσωματώνει στοιχεία κωμωδίας σε ένα αγωνιώδες θρίλερ και μια σκηνοθεσία υποδειγματικής ακρίβειας, η οποία γεμίζει το γεωμετρικό, τακτοποιημένο (σαν το Σαμπέρμπικον) κάδρο της με ανατρεπτικές λεπτομέρειες, ο Κλούνεϊ ενορχηστρώνει μια πολυφωνική, επώδυνα βιτριολική σάτιρα πάνω στην αμερικανική κοινωνική και ηθική πραγματικότητα. Βάζει το μαχαίρι ως το κόκαλο, δεν αφήνει κανένα άλλοθι άγνοιας ή καλής πρόθεσης στη γενιά των επιφανειακά χαζοχαρούμενων μα πλήρως διεφθαρμένων ’50s και, φέρνοντάς τα σε μετωπική σύγκρουση με το μέλλον τους, κλείνει το μάτι στον πολιτικοκοινωνικό «εμφύλιο» που βιώνει αυτήν τη στιγμή η χώρα του.

Πηγή: athinorama.gr