«STAR WARS: Η ΔΥΝΑΜΗ ΞΥΠΝΑΕΙ», ΚΡΙΤΙΚΗ

Η Δύναμη (της περιπετειώδους αφήγησης ) είναι ξανά μαζί με το διασημότερο σινε-franchise, το οποίο αναγεννάται διασκευάζοντας χωρίς πρωτοτυπία, αλλά με τον σωστό συνδυασμό νοσταλγίας, χιούμορ και θεάματος, τον εαυτό του και την ιστορία-φετίχ της πρώτης, αξεπέραστης ταινίας της σειράς.

Από το πρώτο κιόλας τριήμερο οι εμπορικές επιδόσεις τού «Η Δύναμη Ξυπνάει» απέδειξαν πως τα 4 δισ. δολάρια που έδωσε η Disney για να αγοράσει τη Lucasfilm ήταν τελικά ελάχιστα. Οι φαν του δημοφιλέστερου κινηματογραφικού franchise είναι πάντα εδώ, αφού δεν έκαναν πίσω ακόμα κι όταν ο ίδιος ο Τζορτζ Λούκας επέκτεινε το 1999 τη διαστημική σάγκα του κατά τρία αναιμικά, κακοσκηνοθετημένα πρίκουελ. Έτσι, όταν ο Τζέι Τζέι Έιμπραμς δέχτηκε να αναγεννήσει τη θρυλική σειρά από τις στάχτες της, δέκα χρόνια μετά την ολοκλήρωση των «Επεισοδίων Ι-ΙΙΙ», θα έπρεπε αφενός να δημιουργήσει κάτι καινούργιο και εντυπωσιακό, αφετέρου όμως απόλυτα οικείο και νοσταλγικό, πιστό στη θεματική (και θεαματική ) φόρμουλα της «Star Wars» μυθολογίας.

Σοφά, όπως αποδείχτηκε από τον απόλυτο χολιγουντιανό κριτή, το ταμείο, ο δημιουργός του «Lost» προτίμησε –σε αντίθεση με το «Star Trek» που επανεκκίνησε με τόλμη το 2009– να παίξει, αντί για επίθεση, ταχύτατη και δημιουργική άμυνα. Να ξεκινήσει δηλαδή πρώτα από τα έτοιμα και να τα επαναλανσάρει λουστράροντάς τα. Έχουμε, λοιπόν, πάλι έναν ήρωα, εδώ τη νεαρή ρακοσυλλέκτρια Ρέι, που αντιστέκεται δυναμικά στο Κακό, διαπιστώνοντας στην πορεία τις ανεξέλεγκτες εσωτερικές της δυνάμεις. Βάζουμε ως αντίπαλο δέος έναν κλώνο του Νταρθ Βέιντερ, τον μασκοφορεμένο, «βραχνό» και μαυροντυμένο Κάιλο Ρεν, κι αυτόν με ένα σκοτεινό οικογενειακό μυστικό.

Τη θέση του απαραίτητου μέντορα αναλαμβάνει ένας παλιός γνώριμος, ο Χαν Σόλο. Κι αν η βασική πλοκή περιστρέφεται γύρω από την ανεύρεση του αποσυρμένου τελευταίου Τζεντάι Λουκ Σκαϊγουόκερ, κορυφώνεται με μια ακόμα επίθεση των μαχητικών της Αντίστασης ενάντια στο γιγαντιαίο διαστημόπλοιο-αρχηγείο του Πρώτου Τάγματος (διαδόχου της Αυτοκρατορίας ). Α, και ο διάδοχος του R2D2, του αστείου ρομπότ με τους ακατανόητους ήχους, λέγεται BB-8. Τώρα, αν θέλει κάποιος να βρει μέσα σ’ όλα αυτά μια πρωτότυπη προσθήκη χαρακτήρα, δεν υπάρχει άλλη απ’ αυτή του Φιν (αναπόφευκτο το ρομαντικό δίδυμο με τη Ρέι ), του έγχρωμου Στόρμτρούπερ που αποστατεί από τις δυνάμεις του σκότους.

Περισσότερο από άτολμος, θα λέγαμε πως ο Έιμπραμς αποδείχτηκε τελικά προσεκτικός. Επιλέγοντας τα ίδια υλικά, έμεινε πιστός και στην εκτέλεση της θαυματουργής συνταγής, χωρίς τις υπερβολικές παρεκκλίσεις προς το νεανικό κοινό που επιχείρησε τη δεύτερη φορά ο Λούκας. Επιπλέον, αποδείχτηκε ικανότερος παραμυθάς από εκείνον, πετυχαίνοντας την κατάλληλη (πάντα για τα μέτρα των αμέτρητων φαν ) ισορροπία ανάμεσα στο πρωτόγνωρο και στο οικείο, στο σασπένς, στην περιπέτεια, στο ρομάντζο και στην καθαρή διασκέδαση. Σε καμιά περίπτωση δεν άνοιξε ένα καινούργιο κεφάλαιο στην κινηματογραφική επιστημονική φαντασία, όπως ο απολαυστικά μεταμοντέρνος «Πόλεμος των Άστρων», αλλά κανείς –από τους θεατές ως τους παραγωγούς– δεν τον πλήρωσε για να κάνει κάτι τέτοιο.

ΗΠΑ. 2015. Διάρκεια: 135΄. Διανομή: FEELGOOD ENT.

Πηγή: athinorama.gr