«ΣΚΟΤΕΙΝΟΣ ΠΟΤΑΜΟΣ», ΚΡΙΤΙΚΗ

Σκληρό και ψυχολογικά διεισδυτικό δράμα, υπόδειγμα σεναριακής λιτότητας, από τη σκηνοθέτιδα του «Εγωιστή Γίγαντα».

Αληθινές ιστορίες, λογοτεχνικά έργα που διασκευάζονται ελεύθερα, το άγριο τοπίο του Γιορκσάιρ και μια τραυματική παιδική ηλικία αποτελούν τα βασικά κινηματογραφικά­ υλικά της Κλίο Μπάρναρντ, η οποία ξεκίνησε με το πολυβραβευμένο ντοκιμαντέρ «The Arbor» κι έγινε διεθνώς γνωστή με τον σπουδαίο «Εγωιστή Γίγαντα». Ενώ η τελευταία ταινία της εμπνεόταν χαλαρά από το ομώνυμο διήγημα του Όσκαρ Ουάιλντ, ο «Σκοτεινός Ποταμός» εκκινεί από κάποιες βασικές ιδέες του μυθιστορήματος της Ρόουζ Τρεμέιν «Trespass», τις οποίες φυτεύει στο αφιλόξενο­ έδαφος του Γιορκσάιρ στη Βορειο­ανατολική Αγγλία. Εκεί επιστρέφει ύστερα από 15 ολόκληρα χρόνια η Άλις αμέσως μόλις πληροφορείται το θάνατο του πατέρα της. Συνηθισμένη στις αγροτο-κτηνοτροφικές­ δουλειές, είναι αποφασισμένη­ να διεκδικήσει το μερίδιο στην οικογενειακή φάρμα που της είχε υποσχεθεί εκείνος κάποτε. Ο μεγαλύτερος αδερφός της όμως, ο οποίος δουλεύει εκεί από μικρό παιδί, αρνείται να της το παραχωρήσει.

Με μια λιτή αμεσότητα που θυμίζει το «Κες» του Κεν Λόουτς, σημείο αναφοράς για τις ιστορίες ενηλικίωσης του βρετανικού σινεμά, με σιωπές που εξηγούν πολλά, βλέμματα που γεμίζουν εκκρεμότητα το επόμενο δευτερόλεπτο και φλας μπακ που εισβάλλουν στο παρόν στοιχειώνοντάς το, η Μπάρναρντ συγκλίνει τις παράλληλες πορείες δύο μοναχικών, πληγωμένων και πεισματάρηδων χαρακτήρων. Πρόκειται για ανθρώπους που η τραχύτητα του τοπίου έχει μετακομίσει στην ψυχή τους και είναι καταδικασμένοι να βάψουν με αίμα την καθαρτήρια πράξη η οποία θα τους λυτρώσει από την «προπατορική» αμαρτία. Μόνο που οι βιβλικές αναφορές έχουν εξοριστεί μακριά από το κινηματογραφικό Γιορκσάιρ της Μπάρναρντ, η οποία επιμένει σε ένα σκληρό, διεισδυτικό σινεμά χαρακτήρων. σεναριακά μινιμαλιστικό μα υποδειγματικά ακριβές, σκηνοθετικά προσανατολισμένο στο καθημερινό ανθρώπινο δράμα και άμεσα δεμένο με την ανθρωπογεωγραφία που το (καθ)ορίζει.

Πηγή: athinorama.gr