«ΠΡΟΔΟΣΙΑ», ΚΡΙΤΙΚΗ

Our Rating

5

Πόσο ευχάριστη και συνάμα στοχαστική μπορεί να είναι η παράσταση ενός έργου του Πίντερ; «Αναπάντεχα πολύ» μοιάζει να απαντά ο Γιάννης Μόσχος, ανεβάζοντας την «Προδοσία» σαν ένα περιπατητικό, σκεπτόμενο, εξαιρετικά σκηνοθετημένο και καλοπαιγμένο θέαμα.

Δύσκολα θα δούμε να ανεβαίνει συμβατικά η «Προδοσία» (1978 ) έπειτα από αυτήν την παράσταση που ξεκινά με την εξής σύσταση προς τους θεατές: «Kάθε φορά που ένας ηθοποιός φεύγει από το χώρο, τον ακολουθείτε». Γιατί ο Γιάννης Μόσχος έστησε τις εννέα σκηνές του σύντομου αυτού αριστοτεχνήματος σε διαφορετικούς χώρους του Δημοτικού Θεάτρου του Πειραιά, μετακινώντας κάθε φορά τον τριμελή θίασο και τους θεατές από την πλατεία στο μπαρ και από εκεί στον πρώτο όροφο, στις σκάλες και, τέλος, στα θεωρεία που «βλέπουν» από ψηλά την κεντρική σκηνή, με το «Absolute Beginners» του Ντέιβιντ Μπόουι να διατρέχει σαν leitmotiv την περιπλάνησή τους.

Το ενδιαφέρον έγκειται στο ότι όλο αυτό δεν είναι μια φαεινή ιδέα, ούτε ένα τέχνασμα αμφίβολης δραματουργικής βαρύτητας. Δεν έγινε, δηλαδή, απλώς χάριν οικονομίας (στα σκηνικά και τους φωτισμούς ) ή/και εξωτισμού (ουάου, ένας site-specific Πίντερ! ). Το έργο ούτως ή άλλως μας οδηγεί πίσω στο χρόνο, στα πεπραγμένα μιας δεκαετίας. Η «Προδοσία» είναι, βέβαια, και μια δημόσια εξομολόγηση του Πίντερ, ο οποίος επιβεβαίωσε με αυτήν τη θεατρική χειρονομία την παράνομη σχέση που διατηρούσε και για την οποία βούιζε όλο το Λονδίνο…

Στην πρώτη σκηνή, οι ήρωες είναι γύρω στα σαράντα. Στην τελευταία, γύρω στα τριάντα. Εφόσον, βέβαια, το έργο γράφτηκε το 1978 μπορούμε κάλλιστα να το διαβάσουμε (και ) σαν μια αναδρομή στα ιδεώδη του 1968. Ίσως, δηλαδή, η «Προδοσία» να είναι μια πικρή υπενθύμιση του Πίντερ: ιδού πόσα –υπαρξιακά, πολιτικά και κοινωνικά ιδεώδη– «προλάβαμε» να προδώσουμε μέσα σε μόλις δέκα χρόνια! Οι ήρωές του, εξάλλου, λειτουργούν παραδειγματικά: τρεις καταξιωμένοι διανοούμενοι είναι, δύο εκδότες και μια γκαλερίστα. Ο σκηνοθέτης, οδηγώντας μας μέσα στο χώρο, ενεργοποιεί με περισσή διαύγεια το βλέμμα μας πάνω τους, αφυπνίζοντας την ειρωνική αλλά και τη συμπονετική μας διάθεση απέναντί τους για όσα κάποτε πίστεψαν, πόθησαν, πολιόρκησαν κι έπειτα πρόδωσαν, σχεδόν αναίτια, μέσα στο ανελέητο πέρασμα του πανδαμάτορα χρόνου.

Μόνο που για να μιλήσει για την υπαρξιακή αυτή προδοσία, ο Πίντερ «διαπράττει» μια διεστραμμένα ιδιοφυή υφολογική και εννοιολογική προδοσία. Αποδομεί το προσφιλές μοτίβο του ερωτικού μπουλβάρ, του αστικού δράματος όσο και της ταπεινής φαρσοκωμωδίας: την παράνομη σχέση. Στην «Προδοσία», η Έμα απατά τον σύζυγό της, τον Ρόμπερτ, με τον καλύτερό του φίλο, τον Τζέρι επί επτά χρόνια. Μόνο που εδώ το μπανάλ σχήμα του ερωτικού τριγώνου ανάγεται από τον Βρετανό νομπελίστα σε ένα μεγαλειώδες υπαρξιακό μπρα-ντε-φερ. Ξεκινώντας δύο χρόνια μετά το τέλος της σχέσης, δομεί την ιστορία του σε ένα φλας-μπακ με εννιά ενδιάμεσους σταθμούς και σε μια σειρά –φαινομενικά μόνο– κοινότοπων διαλόγων, γραμμένων όμως με την απαράμιλλη εκείνη ηχητικότητα που ο μέγας Πίντερ κατέχει: ανασυνθέτει την πιο καθημερινή, κοινόχρηστη στιχομυθία σε μουσική φράση.

Πίσω στο χρόνο, λοιπόν, και μέσα στο χώρο, πάντα σε απόσταση αναπνοής από τους θεατές, απόλυτα εκτεθειμένοι και ευάλωτοι, αν και δίχως ενιαίο υποκριτικό κώδικα, οι τρεις ηθοποιοί –ο σκαμπρόζος Νίκος Ψαρράς, ο εκλεπτυσμένα στρυφνός Γιώργος Γλάστρας και η ώριμη και σαγηνευτική, απείρως αμφίσημη, σε σύμπνοια με το ιδιότυπο ύφος του Πίντερ Μαρία Σκουλά– παίζουν απλά, σταθερά, με έναν οικείο ρεαλισμό, μιλώντας και κοιτώντας ο ένας τον άλλο αληθινά, δίχως να υπογραμμίζουν τίποτα με παύσεις και σιωπές διαρκείας. Αντί να κλείνουν με νόημα το μάτι στους θεατές, παίζουν αγνοώντας θαρρείς την παρουσία μας.

Κατορθώνουν έτσι να μας οδηγήσουν αβίαστα στα άδυτα του θεάτρου και, καθιστώντας μας κατασκόπους, στο άβατο της σχέσης τους. Στην τελευταία δε σκηνή, εκεί που κοιτούμε, σαν μικροί θεοί, από ψηλά, τον Νίκο Ψαρρά ως κεραυνοβολημένο από έρωτα νεαρό Τζέρι στην ξέφρενη ομολογία της παντοτινής πίστης του στην Έμα και θυμόμαστε πώς κατέληξε να γίνει ένας βολεμένος νωθρός εραστής, αναγόμαστε πια σε μάρτυρες της πιο πικρόχολης φυγόκεντρης δυνάμης: τα πιστεύω μας, όσο κι αν θέλουμε να τα διατηρήσουμε, είθισται να διαψεύδονται πρώτα από εμάς – αυτό κι αν είναι εσχάτη προδοσία!

ΔΗΜΟΤΙΚΟ ΘΕΑΤΡΟ ΠΕΙΡΑΙΑ Ηρώων Πολυτεχνείου & Βασ. Γεωργίου, Πειραιάς, 2104143310-20. Διάρκεια: 90΄.

Πηγή: athinorama.gr