Ο ΟΙΚΟΣ CHANEL ΑΠΟΚΑΛΥΠΤΕΙ ΤΗΝ ΕΝΤΟΝΗ ΣΥΝΔΕΣΗ ΤΗΣ ΔΗΜΙΟΥΡΓΟΥ ΜΕ ΤΟΝ ΚΙΝΗΜΑΤΟΓΡΑΦΟ

Our Rating

10

Η έβδομη τέχνη, ο κινηματογράφος, βοήθησε τη Gabrielle Chanel να εξερευνήσει νέα μονοπάτια και να κάνει έναν δημιουργικό διάλογο που με έναν τρόπο έπαιξε ρόλο στο να διαμορφώσει τη μοναδική της πορεία στη μόδα. 13 χρόνια χωρίζουν τη γέννηση της Chanel το 1883 από αυτή του κινηματογράφου το 1895. Τόσο η ίδια η Chanel όσο και ο κινηματογράφος λοιπόν γεννήθηκαν λίγο πριν μπει ο 20ος αιώνας και έφεραν την επανάσταση στις τέχνες, παίζοντας καταλυτικό ρόλο στην εξέλιξη της ιστορίας της μόδας –και όχι μόνο.

Ήταν ακόμα παιδί όταν ο κινηματογράφος κατάφερε το αδύνατο –για τα τότε δεδομένα: να κάνει την εικόνα να κινείται. Αυτή ακριβώς η κίνηση τη βοήθησε να βάλει στόχο να απελευθερώσει το σώμα και να δώσει ρυθμό στη γυναικεία σιλουέτα. Με αυτόν τον τρόπο ξεκίνησε να δημιουργείται η “ταινία” της ιστορίας του οίκου Chanel.

Η διαίσθησή της την έκανε να καταλάβει πόσο σημαντικό ήταν αυτό το νέο μέσο για την κουλτούρα του 20ου αιώνα. Αναγνώρισε ότι πρέπει να συνδέσει τη μόδα και τον κινηματογράφο. “Μέσα από το σινεμά θα επιβληθεί η μόδα” είχε πει το 1931, έχοντας πλήρη επίγνωση του τι θα συνέβαινε αν τα ρούχα προβάλλονταν σε ένα τόσο μεγάλο κοινό.

Την ίδια χρονιά, ο Samuel Goldwyn της ζήτησε να ντύσει τις ηθοποιούς στο Tonight or Never (1931), όπου η Gloria Swanson είχε μια γκαρνταρόμπα που έφερε εξολοκλήρου την υπογραφή της Chanel. Επιπλέον και το μπουκάλι του Chanel N°5 εμφανίστηκε στο ντεκόρ, για να ολοκληρώσει με τη σειρά του την εικόνα που ήθελε να δημιουργήσει η Chanel για τη γοητεία της γυναίκας.

Παρόλα αυτά οι κριτικοί και οι ηθοποιοί έβρισκαν ότι αυτή η σπουδή πάνω στην παριζιάνικη κομψότητα ήταν εξαιρετικά απλή για τα δεδομένα του Hollywood. Η Gabrielle Chanel αρνήθηκε να συμβιβαστεί και έτσι έκλεισε την πόρτα στο λαμπερό κόσμο του Hollywood, καθώς είχε πλήρη επίγνωση της φωτογένειας που της έδινε τη δυνατότητα να επιλέγει και να κόβει τα υφάσματα με τέτοιο τρόπο ώστε να κολακεύει τη σιλουέτα και να “πιάνει” τέλεια το φως στη μεγάλη οθόνη. Τότε λοιπόν τα κοστούμια και η μόδα άρχισαν να σχηματίζουν την αρχιτεκτονική μιας σκηνής. Όντας ιδιαίτερα ευαίσθητη σ’ αυτήν ακριβώς τη σύνθεση ενός σκηνικού και μιας εικόνας, ζήτησε από τον Robert Bresson να φωτογραφήσει τη συλλογή κοσμημάτων της Bijoux de Diamants (1932). Η μοναδική ικανότητα του Bresson να χρησιμοποιεί το φως και να δημιουργεί με τη βοήθειά του ξεχωριστές εικόνες, δεν την απογοήτευσε.

Πίσω στο Παρίσι, η Gabrielle Chanel συνεργάστηκε με Γάλλους σκηνοθέτες με πολλούς διαφορετικούς τρόπους. Με τον Marcel Carné στο Le Quai des Brumes (1938), τον Jean Renoir στα La Marseillaise (1938), The Human Beast (1938) και The Rules of the Game (1939), στα οποία σχεδίασε τα κοστούμια για όλους τους γυναικείους ρόλους. Το attitude μιας ηθοποιού, που πόζαρε με τα χέρια στις τσέπες, αντιπροσώπευε πλήρως το ανδρόγυνο στιλ που τόσο αγαπούσε η Gabrielle. Αυτή ήταν η τελευταία της προπολεμική συνεργασία με τον κινηματογράφο καθώς στην πρεμιέρα της ταινίας έγινε και η ανακοίνωση του πολέμου.

Η επιστροφή της στη μόδα στα 1950s συνδυάστηκε πλήρως με την πραγματικότητα, η οποία εκφραζόταν τέλεια από το iconic τουίντ ταγιέρ της, που ταίριαζε και με το νέο, ανερχόμενο κίνημα του κινηματογράφου, τη γαλλική New Wave. Η Jeanne Moreau, που ανέπτυξε και στενή φιλία με τη Gabrielle, διάλεξε πολύ αυθόρμητα outfits Chanel για τους ρόλους της στις ταινίες The Lovers (1958), Elevator to the Gallows (1958) και Les Liaisons Dangereuses (1960). Πολλές ακόμα ηθοποιοί της New Wave υιοθέτησαν την αισθητική της Chanel και στην καθημερινότητά τους, αποδεικνύοντας έτσι πως η γοητεία της σχεδιάστριας και του οίκου που διηύθυνε είχε άμεση σχέση με την πραγματικότητα.

Αυτή αναζήτηση της κομψότητας, που υπάρχει και στο σύγχρονο αλλά και στο διαχρονικό, είναι εμφανής και στο Last Year in Marienbad (1961), στο οποίο ο Alain Resnais ζήτηση από την Gabrielle Chanel κοστούμια που θα είχαν 1920s αισθητική. Κομμάτια από τη συλλογή Υψηλής Ραπτικής του οίκου έντυσαν την Delphine Seyrig, η οποία υπέστη μια πραγματική μεταμόρφωση για τις ανάγκες της ταινίας.

Ανάμεσα στη Gabrielle Chanel και σ’ αυτή τη γενιά δημιουργών και ηθοποιών, ο καλλιτεχνικός διάλογος ήταν πλούσιος, συχνός και πολύ φιλικός. Εκείνη βρήκε το ψευδώνυμο της Anna Karina (το πραγματικό όνομα της οποίας ήταν Hanna Karin Bayer) ενώ η Romy Schneider είχε πει πως “Η Chanel μου δίδαξε τα πάντα χωρίς καν να μου δώσει συμβουλές. Δεν μοιάζει με τις άλλες σχεδιάστριες. Έχει μια κομψότητα που ικανοποιεί το μυαλό πολύ περισσότερο από τα μάτια” στο Βοccaccio ’70 (1962) όπου ο κόσμος της Chanel εμφανίζεται σε κάθε σκηνή. Από το ταγιέρ μέχρι την καπιτονέ τσάντα, από τα κοσμήματα με πέρλες και τα two-tone παπούτσια, μέχρι το άρωμα N°5, είναι ένα πραγματικό μανιφέστο του ταλέντου της Schneider και της γοητείας της Chanel.

Στην καρδιά του κινηματογράφου, και για πάνω από 70 χρόνια, η σχεδιάστρια παρέμεινε ως “κομμάτι όλων όσων επρόκειτο να συμβούν”.

Από τη Golden Age του Hollywood μέχρι το γαλλικό New Wave και το avante garde σινεμα, η Gabrielle Chanel άφησε ένα ισχυρό αποτύπωμα. Το στιλ της έχει μέχρι σήμερα έντονη παρουσία στις ζωές των γυναικών, τόσο πάνω στη σκηνή και στην οθόνη, όσο και στους δρόμους.

Πηγή: harpersbazaar.gr