«ΜΑΡΓΚΕΡΙΤ-ΝΤΙΡΑΣ: Η ΟΔΥΝΗ»

Η λογοτεχνική αφήγηση του ημερολογίου της Ντιράς οδηγεί με στερεό βήμα ένα στιβαρό, καλοστημένο δράμα εποχής, πραγματικά ερωτευμένο με τις λέξεις της διάσημης συγγραφέα.

Ο Εμανουέλ Φινκιέλ, βραβευμένος πριν από δύο δεκαετίες με Σεζάρ πρωτοεμφανιζόμενου σκηνοθέτη για το «Voyages» (1999), είναι πραγματικά ερωτευμένος με τις λέξεις της Μαργκερίτ Ντιράς. Γι’ αυτό και αποφασίζει να τους δώσει πρωταγωνιστικό ρόλο στην κινηματογραφική διασκευή της «Οδύνης» («La douleur»), του μυθιστορηματικού ημερολογίου που εκείνη κρατούσε κατά τη διάρκεια του Β΄ Παγκοσμίου Πολέμου και τελικά δημοσίευσε μόλις το 1985. Εκεί η διάσημη συγγραφέας του «Εραστή» και υποψήφια για Όσκαρ σεναριογράφος του «Χιροσίμα, Αγάπη μου» αφηγείται την απέλπιδα προσπάθειά της να βρει τα ίχνη του συζύγου­ της Ρομπέρ Αντέλμ, μέλους της αντίστασης όπως κι εκείνη, τον οποίο οι Γερμανοί συνέλαβαν το καλοκαίρι του 1944. Λίγο αργότερα ένας Γάλλος συνεργάτης των ναζί την πλησιάζει και της μεταφέρει νέα του, γεγονός που την αναγκάζει να τον συναντά καθημερινά και την εμπλέκει σε ένα συναισθηματικά επικίνδυνο παιχνίδι, στο οποίο συμμετέχει παρά τη θέλησή της.

Η Ντιράς περιγράφει αυτήν την πιντερική κατάσταση με αφοπλιστική ειλικρίνεια και μια πρωτοποριακή γραφή, η οποία συγχέει τα αφηγηματικά υποκείμενα, τους θύτες με τα θύματα και τα πραγματικά γεγονότα με τη φαντασία. Αδυνατώντας να την παρακολουθήσει σε αυτό το λογοτεχνικό τόλμημα, ο Φινκιέλ περιορίζεται σοφά στα όσα εξομολογητικά μπορεί να μετατρέψει σε κινηματογραφική πλοκή, αφήνοντας τη συγκρατημένη, μελαγχολική ερμηνεία της Μελανί Τιερί («Η Πριγκίπισσα του Μονπενσιέ», «Το Θεώρημα Μηδέν») και τον εσωτερικό μονόλογο της συγγραφέα να οδηγήσουν τον θεατή σε έναν τόπο ατομικής και συλλογικής οδύνης.

Οδύνη για μια προσωπική­ επιθυμία που δεν μπορεί να πραγματοποιηθεί (η επιστροφή του Ρομπέρ) και ταυτόχρονα για τη συνειδητοποίηση, μέσω του Ολοκαυτώματος, του τέλους μιας ολόκληρης εποχής στην ιστορία του ανθρώπινου πολιτισμού. Όλα αυτά η Ντιράς τα περιπλέκει δεξιοτεχνικά με τα αντιφατικά πάθη, τα περίπλοκα διλήμματα και τα ηθικά ερωτήματα που τη βασανίζουν, πολλά εκ των οποίων διασώζει ατόφια η σεναριακά στιβαρή (αν και υπερβολικά στηριγμένη στο voice over) και κινηματογραφικά στοχευμένη, γοητευτικά ατμοσφαιρική διασκευή του Φινκιέλ.

Πηγή: athinorama.gr