ΚΩΣΤΑΣ ΒΑΪΜΑΚΗΣ: «ΣΤΟ ΡΑΔΙΟΦΩΝΟ ΕΙΣΑΙ Ο ΕΑΥΤΟΣ ΣΟΥ»

YORG9541-horz

Είναι από τους δημοσιογράφους που χαίρεσαι να ακούς και να βλέπεις. Τόσο στο ραδιόφωνο όσο και στην τηλεόραση. Βγαίνει μια ποιότητα που την εισπράττει και ο ακροατής και ο τηλεθεατής. Ο Κώστας Βαϊμάκης, είναι από τους λίγους δημοσιογράφους, που ξέρουν να προσεγγίζουν την επικαιρότητα με το σωστό τρόπο.

1. Πως προέκυψε η ενασχόληση με το αθλητικό ρεπορτάζ;

Η ενασχόλησή μου με το αθλητικό ρεπορτάζ προέκυψε εντελώς τυχαία, όπως συνήθως εντελώς τυχαία προκύπτουν ένα σωρό ευχάριστα πράγματα σ’ αυτή τη ζωή: ήταν Οκτώβριος του 2001, μόλις είχα απολυθεί από το στρατό και με πήρε τηλέφωνο ο Νίκος Ασημακόπουλος, που μόλις είχε αναλάβει προϊστάμενος στην ΕΡΑ Σπορ, ενόψει Ολυμπιακών Αγώνων του 2004. Είχαμε κάνει μια κουβέντα καιρό πριν, σε άσχετη φάση, για το πόσο ωραίο είναι το ραδιόφωνο και πόσο θα μου άρεσε να κάνω εκπομπή κάποια στιγμή. Κι όταν ανέλαβε κι έψαχνε κόσμο για να φτιάξει το νέο πρόγραμμα, με πήρε για να κάνω δοκιμαστικό. Εκεί, πέντε λεπτά πριν το δοκιμαστικό γνώρισα και τον Γιάννη Τσαούση, με τον οποίον τελικά κάναμε το Fight Club για 12 συνεχόμενα χρόνια.

2. Μίλησε μου λίγο για την ραδιοφωνική εκπομπή αλλά και το kick off με τον Αντώνη Πανούτσο. Τι είναι αυτό που σου αρέσει περισσότερο, τι σε εξιτάρει, τι σε χαλάει και ποιες είναι οι δυσκολίες στις δυο εκπομπές;

Η ραδιοφωνική μου εκπομπή πλέον, είναι από τον Αύγουστο του 2013 στον ΣΚΑΪ, με τον Μάκη Παπασημακόπουλο, 3-5 το μεσημέρι, με το όνομα Good Ol’ Boys. Είναι διαφορετικό στυλ από το Fight Club, άλλη ώρα, άλλο κοινό που ακούει, βγάζουμε ρεπόρτερ, έχει επικαιρότητα, έχει «δράση» καθημερινά. Αυτό που με χαλάει, είναι όταν ασχολείσαι με ένα προϊόν που είναι πολύ «φθηνό», πολύ χαμηλού επιπέδου, όταν αναγκάζεσαι να μιλήσεις για διαιτησία και παρασκήνιο, όταν δεν υπάρχει ανταγωνισμός, όταν κοιτάζεις τα ξένα πρωταθλήματα και καμαρώνεις με μετά κοιτάζεις το ελληνικό και ντρέπεσαι. Το ίδιο πάνω – κάτω ισχύει και για την τηλεοπτική εκπομπή και κάνουμε με τον Αντώνη Πανούτσο, το Kick – Off. Κατά τα άλλα, η δουλειά αυτή, είναι από τις πιο ωραίες δουλειές που μπορεί να κάνει κανείς. Έχει αμεσότητα, έχει πλάκα, βγάζεις από μέσα σου ένα σωρό πράγματα, κάνεις την ψυχανάλυσή σου, ξεφεύγει το μυαλό σου από τις σκοτούρες, διασκεδάζεις και ενημερώνεις τον κόσμο ταυτόχρονα. Με τη διαφορά ότι στην τηλεόραση πρέπει να προσέχεις την εικόνα σου, πώς κάθεσαι, τι φοράς, πού κοιτάς, τα πάντα. Στο ράδιο, μπορείς να είσαι πιο χαλαρός, πιο «ο εαυτός σου».

3. Έχεις κάποιο πρότυπο στο χώρο της δημοσιογραφίας;

Πρότυπο, όχι, δεν είχα ποτέ στη δουλειά. Γι’ αυτό και το Fight Club δεν μοιάζει με τίποτα άλλο, δεν κόπιαρε κανέναν. Οι άνθρωποι που θαύμαζα πάντως, ήταν οι άνθρωποι που δούλευαν στα περιοδικά, όταν ξεκίνησα να δουλέυω στο ΜΕΝ και το ΚΛΙΚ το Δεκέμβρη του 1992. Δεν ήταν δημοσιογράφοι αλλά αρχιτέκτονες, δικηγόροι, πολιτικοί μηχανικοί, άνθρωποι που είχαν σπουδάσει και είχαν ζήσει στο εξωτερικό, που είχαν άλλες παραστάσεις και άλλη κουλτούρα, άλλου είδους γραφή και άλλο επίπεδο γενικότερα, καμία σχέση με την «παραδοσιακή δημοσιογραφία».

4. Ειλικρινά όμως. Πιστεύεις ότι θα ξεπεράσουμε την κρίση ως χώρα, η παραμυθιαζόμαστε μόνοι μας;

Επειδή είμαι φύσιν αισιόδοξος άνθρωπος, θα σου έλεγα ναι, θα την ξεπεράσουμε την κρίση κάποια στιγμή, η ζωή κάνει κύκλους, ό,τι κατεβαίνει – ανεβαίνει και τούμπαλιν και όλα τα σχετικά. Και μετά βλέπεις τη φωτογραφία με τον Παντελίδη σκεπασμένο από ένα μπαξέ λουλούδια και λες: «μας αξίζουν άλλα 20 μνημόνια τουλάχιστον». Καμία ελπίς…

5. Όταν υπάρχει ελεύθερος χρόνος πως περνάς;

Ο ελεύθερος χρόνος είναι πλέον λιγοστός. Προσπαθώ να περνάω όσο περισσότερο χρόνο μπορώ με τον γιο μου, μου αρέσει να πηγαίνω στον κινηματογράφο, έχω μερικές σειρές που δεν χάνω με τίποτα, δυο εκπομπές στην τηλεόραση που βλέπω φανατικά (Ράδιο Αρβύλα και Ό,τι νάναι), καμιά βόλτα με φίλους, ήρεμα πράγματα κατά βάση. Δεν μπορώ πλέον τα μαγαζιά που γίνεται χαμός, τον πολύ κόσμο, το στριμωξίδι, τον κακό χαμό. Μεγαλώσαμε μάλλον…