«Η ΓΕΦΥΡΑ ΤΩΝ ΚΑΤΑΣΚΟΠΩΝ», ΚΡΙΤΙΚΗ

24

Our Rating

8

Η σκηνοθετική δεξιοτεχνία του Σπίλμπεργκ δίνει πόντους σε ένα ατμοσφαιρικό, by the book θρίλερ, που εστιάζει περισσότερο στους χαρακτήρες και λιγότερο στην αγωνιώδη δράση.

Ακόμα και στην πλέον αδιάφορη στιγμή του, ο Στίβεν Σπίλμπεργκ παραμένει ένας σπουδαίος Χολιγουντιανός σκηνοθέτης, επικεντρωμένος σε χαρακτήρες με κοινές δραματικές διαδρομές και σε σταθερές θεματικές που διατρέχουν ολόκληρο το έργο του, από ιστορικές βιογραφίες έως περιπέτειες επιστημονικής φαντασίας. Όλα αυτά τα επιβεβαιώνει και στη «Γέφυρα των Κατασκόπων», σ’ ένα θρίλερ το οποίο «είναι εμπνευσμένο από αληθινά γεγονότα» και βασίζεται σε ένα πρωτότυπο σενάριο των Ματ Τσάρμαν («Γαλλική Σουίτα» ) και Τζόελ & Ίθαν Κοέν. Σύμφωνα μ’ αυτό, ο Τζέιμς Ντόνοβαν είναι ένας δικηγόρος ασφαλειών, ο οποίος το 1957 «στρατολογείται» από την κυβέρνηση για να υπερασπιστεί τον Σοβιετικό κατάσκοπο Ρούντολφ Άμπελ.

Πρόκειται για μια χαμένη εκ των προτέρων υπόθεση, αλλά και μια εθνική αποστολή υπεράσπισης της εικόνας της αμερικάνικης δικαιοσύνης, την οποία ο Ντόνοβαν χειρίζεται άψογα. Καταφέρνει μάλιστα να αποτρέψει τη θανατική ποινή για τον πελάτη του, γίνεται όμως persona non grata για τους τρομοκρατημένους από την πυρηνική απειλή συμπατριώτες του. Μέχρι που το 1960 το Υπουργείο Εξωτερικών τού ζητά να μεταβεί στο Βερολίνο και να μεσολαβήσει ανεπίσημα στην ανταλλαγή του Άμπελ με τον Φράνσις Γκάρι Πάουερς, πιλότο που συνελήφθη από τους Σοβιετικούς αφού κατέρριψαν το κατασκοπικό αεροπλάνο του.

Με υποδειγματικό αφηγηματικό ρυθμό, δημιουργικές σκηνοθετικές ιδέες (στο πρώτο πλάνο ο Άμπελ ζωγραφίζει με τη βοήθεια ενός καθρέφτη την αυτοπροσωπογραφία του – ποια εικόνα του είναι η αληθινή; ) και την άμεση, σαφή περιγραφή πρωταγωνιστών και κλίματος εποχής, η «Γέφυρα…» ξεκινά σαν ένα δικαστικό δράμα με ήρωα έναν clean cut, αλλά προβληματικό σε σχέση με το περιβάλλον του (οικογενειακό, κοινωνικό, αργότερα και εργασιακό ) χαρακτήρα. Το σενάριο αποκρύπτει τις πολιτικοστρατιωτικές δραστηριότητες του κατά πολύ «διασημότερου» αληθινού Ντόνοβαν, όπως το γεγονός ότι παλιά ήταν σύμβουλος του Office of Strategic Services (OSS ) από το οποίο προήλθε η CIA, και σερβίρει στον Σπίλμπεργκ έναν ήπια αποφασισμένο, διορατικό και με κάθε κόστος αφοσιωμένο στο (πατριωτικό ) καθήκον all American hero, χαρακτήρα που εκείνος θαυμάζει (η προηγούμενη ταινία του, άλλωστε, ήταν το «Λίνκολν» ).

Θέλοντας να εμβαθύνει στην πεισματική μεν, διπλωματική δε προσήλωσή του στις αξίες του και πως μέσα απ’ αυτές ο Ντόνοβαν αρχικά θα χάσει, μα τελικά θα κερδίσει τη συνολική (πρωτίστως οικογενειακή ) εκτίμηση των γύρω του, ο σκηνοθέτης επιμένει στο ανθρώπινο δράμα και στις ψυχολογικές εντάσεις, ακόμα κι όταν η ταινία μπαίνει σε περιπετειώδεις ρυθμούς, υποβαθμίζοντας την αγωνιώδη κατασκοπική ίντριγκα. Όπου χρειάζεται, επιστρατεύει μελοδραματικά τρικ, μα και εύστοχα σκηνοθετικά ευρήματα, υποστηρίζει τον στιβαρό Τομ Χανκς με έναν εξαιρετικό Μαρκ Ράιλανς (Βρετανός θεατρικός με τρία Τόνι ) και κινείται σε ασφαλή για την κλάση του μονοπάτια, υπογράφοντας ένα τακτοποιημένο, κομψό και μακριά από κάθε ρίσκο χολιγουντιανό δραματικό θρίλερ.

ΗΠΑ. 2015. Διάρκεια: 141΄. Διανομή: ODEON.

Πηγή: athinorama.gr