ΕΜΦΥΛΙΟΣ ΓΙΑ 3 ΔΙΣ. ΣΤΗΝ ΟΙΚΟΓΕΝΕΙΑ ΓΟΥΛΑΝΔΡΗ

ImageHandler (1)

Μέσα στις αναρίθμητες σελίδες που απαρτίζουν το πολύκροτο σκάνδαλο των Panama Papers, η εμφάνιση του ονόματος του αείμνηστου εφοπλιστή και συλλέκτη Βασίλη Γουλανδρή ξεδιπλώνει το θρίλερ μυστηρίου μιας αμύθητης περιουσίας που τροφοδοτείται από δικαστικό σασπένς, ενδοοικογενειακές ίντριγκες και χρυσούς κληρονόμους.

Αριστερά του αμήχανου δημοπράτη με το σφυράκι η οθόνη εμφάνιζε σε μεγέθυνση έναν αριστουργηματικό καμβά διάσημου ζωγράφου των αρχών του περασμένου αιώνα. Από το βάθος της αίθουσας ένας άξεστος Ρώσος ολιγάρχης και ένας απαίδευτος περί τη δυτική τέχνη Κινέζος μεγιστάνας κοντράρονταν θορυβωδώς με ακατάληπτες εντολές για το ποιος θα πρωταποκτήσει τον πίνακα. Εκατομμύρια διά βοής υπερίπταντο αντιαισθητικά στην κομψή αίθουσα του πασίγνωστου λονδρέζικου οίκου δημοπρασιών, ενώ ενοχλημένοι οι παραδοσιακοί συλλέκτες της πρώτης σειράς δεν έκρυβαν τη δυσαρέσκειά τους για την «επέλαση των βαρβάρων» στον χώρο της τέχνης. Ωστόσο η ατσούμπαλη συμπεριφορά των άγαρμπων νεοφερμένων φιλότεχνων σκέπαζε μια υψηλότερου ρίσκου συναλλαγή. Το συγκεκριμένο έργο εκποιήθηκε μέσω μιας offshore εταιρείας που εμφανίστηκε ως ιδιοκτήτριά του και η οποία λίγες ημέρες μετά την αγοραπωλησία διαλύθηκε.

Το ζεύγος Βασίλη και Ελίζας Γουλανδρή με τον διάσημο Γάλλο ζωγράφο Μαρκ Σαγκάλ

Τι παράξενη σύμπτωση; Πριν από περίπου 30 χρόνια τα οκτώ πρόσωπα που απαρτίζουν το σπάνιο φωτογραφικό ενσταντανέ μέσα στο σαλέ του εφοπλιστή Βασίλη Γουλανδρή στις Ελβετικές Αλπεις -στο θέρετρο του Γκστάαντ για την ακρίβεια- είναι έτοιμα να πάρουν το πρωινό τους. Στη φωτογραφία το βλέμμα της συζύγου του εφοπλιστή Ελίζας Γουλανδρή, το γένος Καραδόντη, είναι μάλλον θλιμμένο, καθώς περιτριγυρίζεται από τα ανίψια της, έχοντας απέναντί της τον άνδρα της ζωής της, έναν δανδή της ναυτιλίας που, εκτός από τη γυναίκα του, λάτρεψε με πάθος τις χρωματικές παλέτες γιγάντων της ζωγραφικής τέχνης. Γύρω από το άψογα στρωμένο τραπέζι με το λινό καρό τραπεζομάντιλο και τα πορσελάνινα σερβίτσια, σε απόσταση αναπνοής από τον μυθικό συλλέκτη, κρέμεται σε έναν τοίχο το αριστούργημα του Μαρκ Σαγκάλ «Ο μπλε βιολιστής».


Γκστάαντ, Ελβετία, μέσα δεκαετίας του ’80. Ο μυθικός εφοπλιστής Βασίλης Γουλανδρής (στην κεφαλή του τραπεζιού), η σύζυγός του Ελίζα (ακριβώς απέναντί του) και έξι ακόμη μέλη της οικογένειας ετοιμάζονται να πάρουν πρωινό. Στον τοίχο του πολυτελούς σαλέ, ακριβώς πίσω τους, κρέμεται το αριστούργημα του Μαρκ Σαγκάλ «Ο μπλε βιολιστής»

Τέχνη και offshore

Ο πίνακας ήταν μόνο ένας από τα 83 αριστουργήματα της εκπληκτικής ιδιωτικής συλλογής του. Με έργα ζωγραφικής που φέρουν, μεταξύ άλλων, τις υπογραφές του Βαν Γκογκ, του Πικάσο, του Μονέ, του Μιρό, του Σεζάν, του Μπονάρ, του Σαγκάλ, του Πόλοκ και του Ντεγκά, μπορούσε να ανταγωνιστεί άνετα οποιοδήποτε μουσείο στον κόσμο. Μόνο που τα έργα είναι πλέον «χαμένα», σύμφωνα με την ανιψιά του αείμνηστου Βασίλη Γουλανδρή, Ασπασία Ζαΐμη, η οποία και τα διεκδικεί, καθώς το ζεύγος των ενθουσιωδών συλλεκτών δεν είχε αποκτήσει παιδιά, τα οποία θα ήταν και οι νόμιμοι κληρονόμοι τους. Το ασυνήθιστο είναι ότι ο συγκεκριμένος πίνακας του σαλέ στο Γκστάαντ εκποιήθηκε το 2005 -έντεκα χρόνια μετά τον θάνατο του εφοπλιστή και πέντε μόλις από την αποχώρηση της συζύγου του Ελίζας από τα εγκόσμια- αντί 2,3 εκατ. δολαρίων μέσω του οίκου δημοπρασιών Sotheby’s. Αιφνιδιαστικά, μάλιστα, η ιδιοκτήτρια offshore εταιρεία του πίνακα Takara Holdings διαλύθηκε λίγες ημέρες μετά την πώληση του διάσημου έργου ζωγραφικής του Σαγκάλ. Ηδη στις αρχές της προηγούμενης χρονιάς, σε μια δημοπρασία των Sotheby’s στο Λονδίνο, το έργο του Πιέρ Μπονάρ «Στο μπάνιο» πουλήθηκε από την Tricornio Holdings. Μια άλλη εταιρεία, η Heredia Holdings, υπέγραψε συμφωνητικό με τους Sotheby’s για την πώληση του έργου «Les Comediennes», επίσης του Μαρκ Σαγκάλ. Απαντα τα δημοπρατούμενα έργα ανήκαν στη συλλογή του Βασίλη Γουλανδρή, ενώ αξιοσημείωτο είναι ότι άπασες οι υπεράκτιες εταιρείες που εμφανίστηκαν ως ιδιοκτήτριές τους, συστάθηκαν λίγο πριν αυτά πουληθούν και ανέστειλαν τη λειτουργία τους λίγο καιρό μετά την ολοκλήρωση της συναλλαγής. Καθόλου τυχαία, όμως, όλες οι συγκεκριμένες offshore χρησιμοποιούσαν τις νομικές υπηρεσίες της δικηγορικής εταιρείας Mossack Fonseca που βρίσκεται στο επίκεντρο του πολύκροτου σκανδάλου Panama Papers.


Το φιλότεχνο ζεύγος είχε στην κατοχή του πάνω από 80 αριστουργήματα διάσημων ζωγράφων, μέρος των οποίων διεκδικεί η ανιψιά τους Ασπασία Ζαΐμη (δεξιά)

«Η τέχνη είναι ένα ψέμα που μας βοηθάει να ανακαλύψουμε την αλήθεια», έλεγε ο Πάμπλο Πικάσο. Αντιθέτως, όποιος ιχνηλατεί τις αδιαφανείς και πολυδαίδαλες διαδρομές κεφαλαίων μπορεί να συμπεράνει ότι το χρήμα είναι ικανό να φορέσει ακόμα και τη μάσκα της τέχνης για να καλύψει την προέλευσή του. Μεταμφιεσμένο με αυτόν τον τρόπο το χρήμα ασκεί επιδέξια την τέχνη της απόκρυψης. Δυσκολεύοντας να ξετυλιχτεί το κουβάρι της αλήθειας στη διεθνή αγορά της τέχνης, όπου κάθε χρόνο αλλάζουν χέρια δισεκατομμύρια δολάρια. Μερικά εκ των οποίων στοιβάζονται στα 11.500.000 αρχεία των Panama Papers. Εκεί όπου ανιχνεύτηκε και το όνομα μιας από τις πλέον γνωστές εφοπλιστικές δυναστείες της Ελλάδας. Αυτό της οικογένειας Γουλανδρή. Με κύριο πρωταγωνιστή τον αείμνηστο πλέον Βασίλη Γουλανδρή, έναν ευαίσθητο, διορατικό και ενημερωμένο συλλέκτη που τα έφερε έτσι η τύχη ώστε 22 χρόνια μετά τον θάνατό του να συνδέσει το όνομά του με ένα θρίλερ κληρονομικών μυστηρίων που τροφοδοτείται από δικαστικό σασπένς, ενδοοικογενειακές ίντριγκες και χρυσούς συγγενείς. Μέσα στις αναρίθμητες σελίδες που απαρτίζουν την περιβόητη υπόθεση της Πόλης του Παναμά αποκαλύπτονται νέα στοιχεία για τη δικαστική διαμάχη που ταλανίζει εδώ και τρία χρόνια την εφοπλιστική οικογένεια από την Ανδρο αναφορικά με την τύχη της αμύθητης αξίας συλλογής του αείμνηστου εφοπλιστή. Πρόκειται για μια δύσκολη έρευνα που εκτυλίσσεται στην Ελβετία και εξετάζει συστηματικά τις καλυμμένες από πέπλο μυστηρίου αγοραπωλησίες μέσω offshore εταιρειών που ιδρύθηκαν από τη Mossack Fonseca. Σε κάποιες από αυτές φιγουράρει και το όνομα της Μαρί Βορίδη, αδελφής του εφοπλιστή. Πρόκειται για τη γυναίκα που όλη η κοσμική ελίτ γνώριζε με το χαϊδευτικό της όνομα, την Ντόντα Γουλανδρή-Βορίδη, μία από τις τελευταίες grandes dames της υψηλής αθηναϊκής κοινωνίας, η οποία απεβίωσε τον περασμένο Δεκέμβριο. «Αν προσπαθήσει κάποιος να μετρήσει τους Γουλανδρήδες, μάλλον θα ζαλιστεί», έλεγε χαριτολογώντας πριν από λίγες εβδομάδες Ελληνας εφοπλιστής σε μια σικ συνάθροιση στη βίλα ισχυρού επιχειρηματία στα βόρεια προάστια, όταν αναφέρθηκε το όνομα της γνωστότατης εφοπλιστικής οικογένειας. Η αλήθεια είναι ότι οι καραβοκύρηδες της Ανδρου έχουν γράψει τη δική τους πολύ ξεχωριστή ιστορία στον χώρο της ελληνικής ναυτιλίας, έχοντας ως γενάρχη τον Ιωάννη Γουλανδρή.


Μέσω των Panama Papers αποκαλύφθηκε η εμπλοκή της αείμνηστης Ντόντας Γουλανδρή-Βορίδη στην υπόθεση των χαμένων πινάκων


Ο κ. Πέτρος Γουλανδρής κατέθεσε σε ελβετικό δικαστήριο για την υπόθεση, αλλά αρνήθηκε να κάνει οποιοδήποτε σχόλιο για όσα αποκάλυψαν τα Panama Papers

Από τα μέσα του 19ου αιώνα το όνομά τους συνδέθηκε άρρηκτα με τη θάλασσα και την Ανδρο, τη γενέτειρά τους, εκεί όπου επιστρέφουν τα περισσότερα μέλη της οικογένειας σχεδόν κάθε καλοκαίρι. Στα εξαιρετικής αισθητικής σπίτια τους απολαμβάνουν την ομορφιά του νησιού τους, το οποίο στήριξαν και εξακολουθούν να στηρίζουν πολλές φορές, χωρίς αυτό να γίνεται πάντοτε αντιληπτό ειδικά όταν αφορά συντοπίτες τους. Για τα μέλη της οικογένειας, άλλωστε, ποτέ δεν ήταν καλοδεχούμενη η άσκοπη δημοσιότητα, παρά το γεγονός ότι σε κάποιες περιπτώσεις, όπως αυτή των δίδυμων αδελφών Νίκου και Βασίλη Γουλανδρή, δύο από τα έξι παιδιά της Χρυσής και του Πέτρου Γουλανδρή και εγγόνια του πατριάρχη της οικογένειας Ιωάννη Γουλανδρή, ήταν αναπόφευκτη. Ο πρώτος ήταν αυτός που πρόσφερε τα πάντα στον Ολυμπιακό από το 1970 και για αρκετά χρόνια, στην αρχή ως γενικός διευθυντής της ομάδας και από το 1972 ως πρόεδρος. Δεν δίστασε να βάλει βαθιά το χέρι στην τσέπη προκειμένου να χτίσει την εκπληκτική ομάδα της σεζόν 1973-74, η οποία πέτυχε ένα ρεκόρ που δεν έχει καταρριφθεί μέχρι σήμερα. Τελείωσε το πρωτάθλημα με τελικό απολογισμό τερμάτων 102 υπέρ και 14 κατά!


Το ζεύγος Γιώργου και η Χριστιάνας Γουλανδρή. Ο γάμος τους ένωσε την εφοπλιστική δυναστεία από την Ανδρο με την οικογένεια Βαρδινογιάννη


Ανέμελες στιγμές του Βασίλη Γουλανδρή στη Μύκονο. Στην παρέα (τελευταίος από δεξιά) ο Δημήτρης Χορν

Δυστυχώς για τον σπάνιο αυτό τζέντλεμαν, η υγεία του δεν τον άφησε να ασχοληθεί για πολύ ακόμη με την ομάδα που λάτρεψε, την οποία άφησε αναγκαστικά σε άλλα χέρια. Εφυγε από τη ζωή το 1983 σε ηλικία 70 ετών και ο αστικός μύθος ήθελε τα τελευταία του λόγια να είναι για τη μεγάλη του αγάπη, τον Θρύλο. «Δεν είμαι στεναχωρημένος με τον επερχόμενο θάνατό μου. Αυτό που πραγματικά με θλίβει είναι το γεγονός ότι δεν θα μπορέσω να παρακολουθήσω ξανά με τα μάτια μου τον Ολυμπιακό», φέρεται να είπε σε πολύ δικούς του ανθρώπους. Πριν αποβιώσει, μαζί με τη σύζυγό του Ντόλυ, το γένος Κουμάνταρου, άφησε πίσω του το Μουσείο Κυκλαδικής Τέχνης και μια ζωή που ακόμη μνημονεύεται από όλους τους φιλάθλους του ποδοσφαίρου, ειδικότερα από τους παλιούς Ολυμπιακούς.

O διορατικός εφοπλιστής

Ο δίδυμος αδελφός του Βασίλης αποτελεί ακόμη και σήμερα μια μυθική φιγούρα στον χώρο του εφοπλισμού, στον οποίο άφησε ανεξίτηλη τη σφραγίδα του. Από μικρός μαζί με τα αδέλφια του Γιάννη, Γιώργο, Κωνσταντίνο και τον δίδυμο Νίκο γνώρισαν επιχειρηματικές δόξες όταν η οικογένεια άφησε πίσω τα ιστιοφόρα και επένδυσε στα ατμόπλοια, ενώ μοιράστηκαν από κοντά τις αγωνίες του πατέρα τους και τις ατυχίες, όταν στον Β’ Παγκόσμιο Πόλεμο έχασαν όλα σχεδόν τα πλοία τους. Ευτύχησε, όμως, να είναι αυτός που είδε πολύ μπροστά όταν άλλοι εφοπλιστές έμειναν κολλημένοι στα παλιά. Η ζωή δεν του τα χάρισε όλα και σημαδεύτηκε από τη φυματίωση στο τέλος της εφηβικής του ηλικίας. Ωστόσο, η θεραπεία στην Ελβετία ήταν επιτυχής και μετά την ανάρρωσή του ξεκίνησε και τέλειωσε τις νομικές του σπουδές τη δεκαετία του 1930. Μπήκε αμέσως στη δουλειά, ξεκινώντας στα γραφεία της Goulandris Brothers στην Νέα Υόρκη, όπου εργαζόταν ήδη ο μεγαλύτερος αδελφός του Γιάννης, μετά τον πρόωρο θάνατο του οποίου, το 1950, ανέλαβε τη διαχείριση των αναπτυσσόμενων συμφερόντων της οικογένειας στη ναυτιλία. Νωρίτερα την ίδια χρονιά είχε παντρευτεί την Ελίζα Καραδόντη, μια Αθηναία καλλονή που υπήρξε η μοναδική και πολυαγαπημένη του γυναίκα. Οι αρχές της δεκαετίας του 1950 αποδείχθηκαν επικερδείς για την εμπορική ναυτιλία, ενισχυμένες και από τις απαιτήσεις του Πολέμου της Κορέας. Ο Βασίλης και τα αδέλφια του βρήκαν καινοτόμους τρόπους πρόσβασης σε χρηματοδοτήσεις και αύξησαν ταχύτατα τον αριθμό των πλοίων που διοικούσαν, τα οποία ξεπέρασαν τα 50 σε αριθμό. Ηταν επίσης ένας από τους πρώτους πλοιοκτήτες των οποίων τα καινούρια πλοία κατασκευάζονταν στην Ιαπωνία. Εκτοτε και για αρκετές δεκαετίες τα ιαπωνικά ναυπηγεία έγιναν συνώνυμα της κατασκευής νέων πλοίων για Ελληνες πλοιοκτήτες. Σε μια περίοδο όπου οι μεγάλες παραγγελίες χτισίματος πλοίων στη Χώρα του Ανατέλλοντος Ηλίου ήταν μια αδόκιμη πρακτική, ο Βασίλης Γουλανδρής κατόρθωσε να φέρει εις πέρας με επιτυχία αυτό το σημαντικό και πολύπλοκο έργο. Στη διάρκεια των επομένων τεσσάρων δεκαετιών πολλά από τα πλοία του ποντοπόρου στόλου του κατασκευάστηκαν από την IHI και τη Mitsubishi, διατηρώντας σταθερά μια ισόρροπη αναλογία μεταξύ δεξαμενόπλοιων και μεγάλων φορτηγών πλοίων.

Στο τιμόνι της ναυτιλιακής εταιρείας εγκαινίασε τη μακροπρόθεσμη χρονοναύλωση δεξαμενόπλοιων στις μεγάλες πετρελαϊκές εταιρείες. Σοφή προσέγγιση, όπως αποδείχθηκε, καθώς εξασφάλιζε σταθερή εισοδηματική ροή στις περιόδους των ισχνών αγελάδων, όταν η ρευστότητα γινόταν όλο και περισσότερο αναγκαία.

Ο Βασίλης αγαπούσε τα αδέρφια του, ενώ είχε μεγάλη αδυναμία στην αδερφή του, τη μοναχοκόρη και χαϊδεμένο κορίτσι της οικογένειας του Πέτρου Γουλανδρή , την καλλονή Μαρία-Μαγιόρκα, γνωστότερη ως Ντόντα. Μα πιο πολύ ο Ανδριώτης εφοπλιστής λάτρευε τη σύζυγό του, η οποία έτρεφε το ίδιο πάθος για την τέχνη. Ανθρωπος αθόρυβος και καλλιεργημένος με συμπαραστάτη τη γυναίκα του Ελίζα, μετά τη μετεγκατάστασή τους από τη Νέα Υόρκη στη Λοζάνη της Ελβετίας, επισκέπτονταν σε σταθερή βάση μουσεία και εκθέσεις, ενίσχυαν με χορηγίες καλλιτεχνικές εκδηλώσεις ενώ συναναστρέφονταν με διακεκριμένους ανθρώπους των τεχνών και των γραμμάτων. Παράλληλα, το ζευγάρι εμπλούτιζε τη συλλογή του με πίνακες που έφεραν μυθικές υπογραφές σπουδαίων ζωγράφων. Σύμφωνα, πάντως, με όσα διέδιδαν τότε ανταγωνιστικοί εφοπλιστικοί κύκλοι τόσο στη θάλασσα όσο και στους οίκους δημοπρασιών, η απόκτηση της εκλεκτής πινακοθήκη τους δεν ήταν αποτέλεσμα χρηματοδότησης μόνο από τον Βασίλη Γουλανδρή αλλά συλλογική επένδυση από το ταμείο της ναυτιλιακής εταιρείας Orion, μέτοχοι της οποίας ήταν και τα άλλα αδέρφια του. Πίσω, όμως, από τις βαριές πόρτες της εφοπλιστικής δυναστείας βασίλευε η διακριτικότητα ώστε τίποτε δεν επιβεβαιωνόταν ή διαψευδόταν δημοσίως. Αφού η συλλογή ήταν ιδιωτική στο όνομα του Βασίλη, ανήκε αδιαπραγμάτευτα στον ίδιο και στη σύζυγό του. Αμφότεροι, ως κάτοχοι του γαλλικού τίτλου του Ιππότη της Λεγεώνας της Τιμής και μέλη πολλών μουσείων στην Ευρώπη και στην Αμερική, επισφράγιζαν την αφοσίωσή τους στον πολιτισμό και με τη δημιουργία του Μουσείου Σύγχρονης Τέχνης της Ανδρου που φέρει το όνομά τους. Αγαπημένο ζευγάρι, δεν απέκτησαν ποτέ παιδιά, εν αντιθέσει με τα άλλα αδέρφια του, τα τέκνα των οποίων συνέχισαν τη δυναστεία. Ηδη ο μεγάλος όμιλος των επιχειρήσεων έχει περάσει σήμερα στα χέρια των τριών Πίτερ, εγγονών του Πέτρου Γουλανδρή. Οι Πίτερ-Νικ, Πίτερ-Τζον και Πίτερ-Τζορτζ, οι οποίοι έχουν πάρει, σύμφωνα με την οικογενειακή παράδοση, τα ονόματα του παππού και των πατεράδων τους συνεχίζουν την αυτοκρατορία που παρέλαβαν από τους γονείς τους.

Η επίμονη κληρονόμος

Η γνωστότατη ιδιοκτήτρια γκαλερί στο Μανχάταν Εζρα Τσοάικι, μιλώντας για τη συλλογή Γουλανδρή, αναφέρει ότι «θα μπορούσε να είναι η μεγαλύτερη συλλογή αγνοουμένων πινάκων στην Ιστορία, καθώς η αξία των έργων ξεπερνάει τα τρία δισ. δολάρια». Η ίδια φέρεται να συμμετέχει στη διερεύνηση μιας από τις μεγαλύτερες νομικές απαιτήσεις που αφορά έργα τέχνης, συμπράττοντας και οικονομικά, σύμφωνα με τα όσα διαρρέουν, με την Ασπασία Ζαΐμη, η οποία περιλαμβάνεται στη διαθήκη της θείας της, συζύγου του εφοπλιστή, Ελίζας. Αγαπημένη της ανιψιά από τον γάμο της αδερφής της, η Ασπα Βερούτη, επίσης, συμπεριλήφθηκε στους κληρονόμους μαζί με την αδελφή της Βάνα. Ενώ, όμως, η τελευταία δεν έδειξε οποιαδήποτε ζέση να διεκδικήσει το μερίδιό της, η Ασπα, η οποία παντρεύτηκε τον κ. Παναγιώτη Ζαΐμη, είναι η μόνη από τους κληρονόμους που πιστεύει ότι της αξίζει ένα μερίδιο από τους 83 πίνακες του ζεύγους Γουλανδρή. Σύμφωνα με δηλώσεις της, αυτό συμβαδίζει με την επιθυμία του θείου και της θείας της, ως εκ τούτου διεκδικεί δικαιωματικά το 1/6 της συλλογής. Η επιμονή της την έχει οδηγήσει να υποβάλει μήνυση, πριν από τρία χρόνια, στον εκτελεστή της διαθήκης. Ηδη δύο αγωγές και μια ποινική έρευνα είναι σε εξέλιξη στην Ελβετία, προσπαθώντας να καθορίσουν τόσο την τύχη της συλλογής Γουλανδρή όσο και το ιδιοκτησιακό της καθεστώς. Ωστόσο, σύμφωνα με τα Panama Papers, κάποια από τα έργα της συλλογής έχουν ήδη πουληθεί. Ενα από αυτά είναι το «Νεκρή φύση με πορτοκάλια» του Βίνσεντ Βαν Γκογκ, το οποίο άλλαξε χέρια αντί 20 εκατ. δολαρίων. Στο συμφωνητικό πώλησης που βρέθηκε στους φακέλους της διαβόητης πλέον δικηγορικής εταιρείας Mossack Fonseca του Παναμά υπάρχει μια παράγραφος που αφορά την εμπιστευτικότητα. Σύμφωνα με αυτή, «απαγορεύεται η αποκάλυψη της ταυτότητας των μερών της παρούσας συμφωνίας, συμπεριλαμβανομένης και της ταυτότητας του μοναδικού μετόχου από την πλευρά του πωλητή καθώς και οποιαδήποτε πληροφορία ή έγγραφο σχετικά με την προέλευση του έργου». Τελικά, σύμφωνα με τα έγγραφα των Panama Papers, αγοραστές είναι ο Αμερικανός εκατομμυριούχος Γκρεγκ Ρένκερ και η σύζυγός του Στέισι, μέσω μιας επίσης υπεράκτιας εταιρείας με την ονομασία Jacob Portfolio Incorporated.


Στη συλλογή έργων τέχνης του ζευγαριού περιλαμβάνονται, μεταξύ άλλων, πίνακες των Πικάσο, Βαν Γκογκ, Ματίς, Ρενουάρ κ.ά.

Το μυστήριο με τους πίνακες

Ανθρωποι που γνώρισαν τον Βασίλη Γουλανδρή έλεγαν ότι μαζί με τον Γιώργο Εμπειρίκο, κάτοχο έργων των Βαν Γκογκ, Ελ Γκρέκο, Καντίνσκι και Γκόγια συγκαταλέγονταν στην τετράδα των πιο σοβαρών συλλεκτών ανάμεσα στους Ελληνες εφοπλιστές. Ο αείμνηστος Γιώργος Εμπειρίκος, πρώην σύζυγος της αδελφής του Βασίλη, Ντόντας, σπάνια εξέθετε τους πίνακές του στο διαμέρισμά του στην Park Avenue, στη θρυλική πολυκατοικία 740 Park, την οποία είχε κατασκευάσει ο χρηματιστής Μπουβιέ, πατέρας της Τζάκι Κένεντι-Ωνάση, και στην οποία έμεναν κατά καιρούς οι Ροκφέλερ και άλλοι διάσημοι μεγιστάνες. Περιστασιακά μόνο συνήθιζε κάποια καλοκαίρια να τοποθετεί σε περίοπτη θέση στο σαλόνι της θαλαμηγού «Astarte» τους περίφημους «Χαρτοπαίχτες» του Πολ Σεζάν – που αγοράστηκαν από τη βασιλική οικογένεια του Κατάρ αντί τιμήματος που ξεπέρασε τα 230 εκατ. δολάρια. Αντιθέτως, ο Βασίλης Γουλανδρής δεν ακολουθούσε την ίδια τακτική. Κάποιοι πίνακές του ήταν μόνιμα τοποθετημένοι στο σαλέ του στην Ελβετία ή στις κατοικίες που διατηρούσε στο Λονδίνο και τη Γενεύη, όπου μπορούσαν να τους θαυμάσουν οι εκάστοτε καλεσμένοι του.

Ταλαιπωρημένος στα τελευταία χρόνια της ζωής του από τη νόσο του Πάρκινσον, πέθανε το 1994, αφήνοντας πίσω του μόνη της πλέον τη σύζυγό του Ελίζα, η οποία άντεξε έξι χρόνια μακριά από τον άνθρωπο που λάτρεψε. Στα χρόνια που της απέμειναν αγωνίστηκε να υλοποιήσει το όνειρό της για τη δημιουργία Μουσείου Σύγχρονης Τέχνης και ταλαιπωρήθηκε από τις αέναες αντιπαραθέσεις της με το υπουργείο Πολιτισμού για τον χώρο όπου έπρεπε αυτό να κατασκευαστεί. Οταν πέθανε, το 2000, έκπληκτοι οι κληρονόμοι της έμαθαν για πρώτη φορά ότι η αμύθητη συλλογή έργων τέχνης του ζευγαριού είχε αλλάξει χέρια 15 χρόνια νωρίτερα. Σύμφωνα με τον Πέτρο Γουλανδρή, ο θείος του Βασίλης είχε πουλήσει ολόκληρη τη συλλογή του αντί 31.700.00 δολαρίων στην εταιρεία Wilton Trading με έδρα τον Παναμά. Εξωφρενικά χαμηλή τιμή, αν όχι εξευτελιστική, δεδομένου ότι εκείνη την εποχή η συλλογή τέτοιου επιπέδου έργων τέχνης αποτιμάτο στο ύψος του 1 δισ. δολαρίων.

Το περίεργο είναι ότι παρά την πώληση, οι πίνακες παρέμειναν στην κατοχή του ζευγαριού, ενώ στα χρόνια που ακολούθησαν πολλοί από αυτούς παραχωρήθηκαν προσωρινά για να εκτεθούν σε μουσεία, ενώ κάποια κομμάτια της συλλογής πουλήθηκαν σε εμπόρους τέχνης με τα έγγραφα απόκτησης να παραπέμπουν απευθείας στο εφοπλιστικό ζεύγος. Από τα στοιχεία που έγιναν γνωστά για τη Wilton Trading και προέρχονται από τις δικαστικές έρευνες που διεξάγονται τα τρία τελευταία χρόνια στην Ελβετία μετά τις αγωγές της κυρίας Ασπασίας Ζαΐμη, η εταιρεία δεν είχε κανέναν διευθυντή δέκα ολόκληρα χρόνια μετά την υποτιθέμενη συμφωνία πώλησης που είχε υπογραφεί.


Κανένα επίσημο έγγραφο δεν πιστοποιούσε, επίσης, ότι οποιαδήποτε χρήματα είχαν αλλάξει χέρια. Στην κατάθεσή του σε ελβετικό δικαστήριο ο κ. Πίτερ-Τζον Γουλανδρής δήλωσε ότι η αποθανούσα μητέρα του Μαρία Γουλανδρή , το γένος Λαιμού και κουνιάδα του Βασίλη Γουλανδρή, ήταν από το 1985 η ιδιοκτήτρια της Wilton Trading. Παρά ταύτα αρνήθηκε μέσω του δικηγόρου του να κάνει το οποιοδήποτε σχόλιο για την εμφάνιση της δυναστείας Γουλανδρή στα Panama Papers. Σταθερός στο γνωμικό «τα εν οίκω μη εν δήμω», μια διακριτική αντίληψη που διαπερνά ως ανεξίτηλο νήμα τρεις γενιές Γουλανδρήδων, τόσο ο ίδιος όσο και αδελφή του Χρυσάνθη Γουλανδρή, σύζυγος του Αμερικανού βασιλιά της κέτσαπ Ο’Ράιλι και εκτροφέα δρομώνων ίππων σε Γαλλία και ΗΠΑ, δεν επιθυμούν εμπλοκή του ονόματός τους στην υπόθεση της συλλογής. Οπως ακριβώς και τα λοιπά  χαμηλών τόνων μέλη της πολύαριθμης οικογένειας, τα οποία ζουν από την Αθήνα, το Λονδίνο, τη Γενεύη και τη Λοζάνη μέχρι τη Νέα Υόρκη και την Καραϊβική, αποζητούν να παραμείνουν μακριά από τους προβολείς της δημοσιότητας και τα κοσμικά φλας. Διατηρώντας την παρακαταθήκη των ιδρυτών μιας δυναστείας που ήθελαν πάντα να συνδέουν το όνομά τους με μια χούφτα καπεταναίων που ξεκίνησαν από ένα μικρό νησί του Αιγαίου και κατέκτησαν τις θάλασσες του κόσμου.

Η Ντόντα που λεγόταν Μαρί

Εκτιμάται ότι δεν ήταν και η πιο ευχάριστη έκπληξη για τη νεότερη γενιά της εφοπλιστικής οικογένειας η διαρροή των αρχείων με τον τίτλο Panama Papers. Ειδικότερα εκείνα που αναφέρονται σε σύσταση ανωνύμων εταιρειών από τη δικηγορική εταιρεία Mossack Fonseca, μέσω των οποίων άρχισε να πουλά έργα της συλλογής Γουλανδρή. Ενδεχομένως θα μπορούσε να είναι σοκαριστική για το κύρος και την αίγλη του οικογενειακού ονόματος η συσχέτισή του με πλούσιους φιλότεχνους που αποδεικνύονται φοροφυγάδες. Σίγουρα, όμως, είναι ενοχλητικό να αποκαλύπτεται ότι και οι τέσσερις εταιρείες που πωλούσαν τα έργα της επώνυμης συλλογής υπό την αιγίδα της Wilton Trading, φαίρονται να μοιράζονταν έναν κοινό ιδιοκτήτη. Οχι τη μυστηριώδη Μαρί αλλά την εξέχουσα προσωπικότητα της αθηναϊκής κοινωνικής ζωής, την αείμνηστη Ντόντα Βορίδη-Γουλανδρή. Την υπέροχη ντάρλινγκ του διεθνούς jet set, της οποίας ο Αντι Γουόρχολ φιλοτέχνησε το πορτρέτο, ενώ ο διάσημος φωτογράφος Σεσίλ Μπίτον την απαθανάτισε για τη βίβλο της αμερικανικής μόδας «Vogue». Σύμφωνα, όμως, με τα έγγραφα της Mossack Fonseca, στις 22 Οκτωβρίου του 2004 η Ντόντα Βορίδη μετέφερε όλα τα δικαιώματα της ελαιογραφίας του Πιέρ Ογκίστ Ρενουάρ «Η ράφτρα» στην εταιρεία Takara Holdings και λίγες εβδομάδες αργότερα τα πήρε πίσω στο όνομά της. Η αξία της συλλογής του πρώτου συζύγου της, μία από τις 15 μεγαλύτερες στην υφήλιο, αποτιμάται περισσότερα από 2 δισ. δολάρια. Πόσο μάλλον όταν οι γιοι της Αριστείδης και Πέτρος Εμπειρίκος, που ζουν με τις οικογένειές τους στην Ελβετία και το Μανχάταν, αντιστοίχως, κατέχουν το μεγαλύτερο μέρος της συλλογής του αποβιώσαντος από ετών πατέρα τους. Αμφότεροι, επίσης, έχουν τηρήσει διακριτικά αποστάσεις από την κυρία Ζαΐμη, αφότου η ίδια τον Φεβρουάριο του 2013 κίνησε νομικές διαδικασίες για να διεκδικήσει το μερίδιο που της άνηκε από τη συλλογή του Βασίλη και Ελίζας Γουλανδρή. Στάση που ερμηνευόταν ως επακόλουθο της παρότρυνσης της μητέρας τους να ακολουθήσουν τους εθιμοτυπικούς κανόνες της λεπτότητας που διακρίνει την οικογένεια. Ωστόσο, για τους ερευνώντες δημοσιογράφους της Διεθνούς Κοινοπραξίας Ερευνητών Δημοσιογράφων αρκούσε μια σύμπτωση για να συνδυάσουν τη συναλλαγή του 2004 της Ντόντας Βορίδη με μια φωτογράφησή της από ελληνικό περιοδικό, το 2005, για να αντιληφθούν την πραγματική ταυτότητά της.

Ήταν Σεπτέμβριος του 2005 όταν στις σελίδες του περιοδικού παρουσιαζόταν το εκπληκτικό διαμέρισμα της Ντόντας Βορίδη στην Park Avenue. Αρκούσε για το συμπέρασμα των ερευνητών και μόνο το γεγονός ότι πάνω από μια πανέμορφη κομόντα κρεμόταν στον τοίχο η «Ράφτρα» του Ρενουάρ.

Πηγή: protothema.gr