«ALIEN: COVENANT», ΚΡΙΤΙΚΗ

Με 2.000 εποίκους, το διαστημόπλοιο Covenant ταξιδεύει για έναν απομακρυσμένο πλανήτη. Στην πορεία ανακαλύπτει έναν αχαρτογράφητο παράδεισο, ο οποίος αποδεικνύεται όμως ένας σκοτεινός, επικίνδυνος κόσμος. Νέα ενδιαφέροντα στοιχεία προστίθενται στη μυθολογία του «Alien», η οποία μεγεθύνεται φιλοσοφικά, συνεχίζει όμως να επαναλαμβάνει τις ίδιες και απαράλλακτες κινηματογραφικές ιδέες.

Το διά χειρός Ρίντλεϊ Σκοτ «Alien» του 1979 παραμένει η κορυφαία sci-fi horror ταινία, όχι μόνο για­τί μετέφερε στην οθόνη τον διαστημικό τρόμο όπως κανείς μέχρι τότε –αλλά ακόμη και μέχρι τώρα– δεν είχε καταφέρει αλλά και γιατί διαπραγματεύτηκε με κινηματογραφικά απαράμιλλο τρόπο ιδέες πάνω στην επιβίωση, στον Άλλο, στη σχέση ανθρώπου και μηχανής, τεχνολογίας κι ενστίκτου, αναγέννησης κι εξέλιξης. Οι τρεις συνέχειές του, από τρεις διαφορετικούς σκηνοθέτες, τράβηξαν η καθεμία το δρόμο της, μέχρι που πριν από πέντε χρόνια ο Σκοτ ανέλαβε και πάλι το αφηγηματικό τιμόνι για να επαναφέρει τα πράγματα στην αρχή.

Μας γύρισε 28 χρόνια πριν από το ταξίδι του «Nostromo» και μας επιβίβασε στον «Προμηθέα», ένα διαστημόπλοιο με αποστολή να φτάσει στον πλανήτη όπου οι άνθρωποι θα μπορούσαν, επιτέλους, να συναντήσουν τους εξωγήινους δημιουργούς τους. Αυτό που θα βρουν εκεί όμως είναι ένας ζωντανός εφιάλτης, σε ένα prequel που προσπαθεί να ενοποιήσει το «Alien» franchise σε μια ενιαία μυθολογία, απόλυτα ενήλικη και βαθιά φιλοσοφική. Και αν καταφέρνει να επανατοποθετήσει τα μεταφυσικά και ιδεολογικά θεμέλιά της με mainstream σοβαρότητα, στη σεναριακή ουσία του απλώς αντιγράφει τον εαυτό του τόσο στιλιστικά όσο και σε επίπεδο πλοκής.

Το σίκουέλ του, το οποίο εξελίσσεται το 2104, δηλαδή 11 χρόνια αργότερα και 17 πριν από τα γεγονότα της πρώτης ταινίας, ακολουθεί το διαστημόπλοιο «Covenant», το οποίο μεταφέρει 2.000 εποίκους σε ένα απομακρυσμένο σημείο του γαλαξία. Έπειτα από ένα ατύχημα που ξυπνάει το πλήρωμα, το τελευταίο δέχεται σήμα από έναν κοντινό πλανήτη που μοιάζει με αχαρτογράφητο παράδεισο. Φυσικά και θα παρεκκλίνει της πορείας του, φυσικά και η ειδυλλιακή τοποθεσία κρύβει θανάσιμα μυστικά, φυσικά και η θεαματικότατη εικονογραφία θα δώσει τη θέση της σε μια καταιγιστική, κλειστοφοβική δράση όπου άνθρωποι, ανδροειδή και τέρατα θα μονομαχήσουν μέχρις αιματηρών εσχάτων.

Ο Ρίντλεϊ Σκοτ ομολογεί σχεδόν… φωναχτά πως το σινε-διαστημόπλοιο «Alien» έχει ξεμείνει παντελώς από καύσιμα ευρηματικότητας και για άλλη μία φορά κοπιάρει τη μαγική συνταγή της πρώτης ταινίας. Πάνω σε αυτήν προσθέτει έναν πολύπλοκο, διπλό ρόλο του Ντέιβιντ, του ανδροειδούς του «Προμηθέα» που ερμηνεύει ο απόλυτα cool Μάικλ Φασμπέντερ, φέρνοντας δίπλα του –και άλλοτε απέναντί του– την Ντάνιελς, την καινούργια Ρίπλεϊ με τη μορφή τής απλώς συμπαθούς Κάθριν Γουότερστον («Φανταστικά Ζώα και πού Βρίσκονται» ). Οι δυο τους οδηγούν με στιβαρότητα αυτό το καλοσκηνοθετημένο θρίλερ στο –εννοείται εκκρεμές– φινάλε, περνώντας το από έναν φιλοσοφικό δαίδαλο ερωτήσεων πάνω στις έννοιες της δημιουργίας, της συνείδησης, της εξουσίας, της θνητότητας και της μνήμης, με βιβλικές και σινεφίλ αναφορές αλλά και «πονηρές» αλληγορίες πάνω στον ερωτικό πόθο και στην ανταγωνιστική σχέση των δύο φύλων.

Πηγή: athinorama.gr